Όσο μεγαλύτερος είναι ο χρόνος που αφήσαμε πίσω μας, τόσο πιο ακαταμάχητη είναι η φωνή που μας καλεί να επιστρέψουμε.
Όταν έφυγα τον μαύρο Αύγουστο του 1974 από την αγαπημένη μου πόλη την Αμμόχωστο λίγες ώρες πριν την κατάληψή της από τα τουρκικά στρατεύματα, διακατεχόμουν από σωρεία αρνητικών αισθημάτων, που δεν προτίθεμαι να καταγράψω, αφού δεν είναι αυτό το ζητούμενο.

Ένα κυρίαρχο αίσθημα που το είχαν όλοι οι κατατρομαγμένοι και κατατρεγμένοι Αμμοχωστιανοί ήταν ότι σε μερικές μέρες άντε εβδομάδες θα επιστρέφαμε. Αυτό πιστεύαμε τότε όλοι, ακόμη και οι Αρχές της πόλης που πρώτες την εγκατέλειψαν και ακολούθησαν οι απλοί πολίτες. Είναι γι' αυτό κυρίως τον λόγο που οι περισσότεροι εγκαταλείψαμε τα σπίτια και τις περιουσίες μας με σαγιονάρες και κοντά παντελονάκια. Το μόνο που σίγουρα πήραμε μαζί μας ήταν το αυτοκίνητο της οικογένειας αφού ήταν το μέσο διαφυγής. Μερικοί που είχαν δύο αυτοκίνητα το ένα το άφησαν, τόσο σίγουροι ήταν για τη γρήγορη επιστροφή.

Τα πρώτα χρόνια του εκτοπισμού η επιθυμία της επιστροφής ήταν διακαής και κυριαρχούσε. Όλοι οι εκτοπισθέντες καθημερινά συζητούσαν αρχικά στα τσαντίρια, ανέπτυσσαν και ανέλυαν σενάρια της γρήγορης επιστροφής, ειδικά οι Αμμοχωστιανοί που θεωρούσαν την επιστροφή τους πολύ πιθανή ακόμη και πριν την τελική διευθέτηση τους προβλήματος.

Σιγά-σιγά, δειλά-δειλά, αρχίσαμε να επαναδραστηριοποιούμαστε, αλλά πάντοτε η σκέψη περιπλανιόταν στους δρόμους, τις αλάνες, τις πλατείες και σε όλους τους χώρους όπου αφήσαμε ένα κομμάτι της ψυχής μας. Μετά νομοτελειακά ήρθε η επόμενη γενιά, που δεν έζησε και δεν γνώρισε την αγαπημένη πόλη. Οι γονείς με άσβεστη ακόμη τη φλόγα της δικαίωσης και της επιστροφής και με την ακλόνητη πεποίθηση ότι ανά πάσα στιγμή θα επιστρέψουμε, τους ανάθρεψαν, γαλούχησαν και πέτυχαν την καλλιέργεια της αγάπης και τη μεταλαμπάδευση τής ισχυρής νοσταλγίας και επιθυμίας της επιστροφής.

Σιγά-σιγά όμως νομοτελειακά και πάλι άρχισε να εξασθενεί η επιθυμία της επιστροφής, πρώτα στους ίδιους τους γονείς και μετά πιο εύκολα και πιο γρήγορα στους απογόνους τους. Είναι σε όλους γνωστή η δύναμη της συνήθειας. Ο μεγάλος Τσέχος συγγραφέας Μίλαν Κούντερα γράφει τον εξής κορυφαίο προβληματισμό στο βιβλίο του «Η άγνοια» τον οποίο αντιγράφω επί λέξη αφού τους μεγάλους και τους χαρισματικούς ανθρώπους πρέπει να τους αντιγράφουμε και να τους μιμούμαστε:

«Όσο μεγαλύτερος είναι ο χρόνος που αφήσαμε πίσω μας, τόσο πιο ακαταμάχητη είναι η φωνή που μας καλεί να επιστρέψουμε».
Η πρόταση αυτή ακούγεται σαν κάτι αυτονόητο, κι όμως είναι εσφαλμένη.

Ο άνθρωπος γερνάει, το τέλος πλησιάζει, κάθε στιγμή γίνεται όλο και πιο πολύτιμη και δεν υπάρχει πια καιρός για χάσιμο με αναμνήσεις.

Τώρα που πέρασαν 40 χρόνια, τώρα που ολοκληρώνεται η αποχώρηση από τη ζωή των γονιών μας κα παίρνουμε τη δική μας αναπόφευκτη σειρά, τώρα που έζησα περισσότερα χρόνια στη Λάρνακα, παρά στην Αμμόχωστο, καταλαβαίνω και συνειδητοποιώ ολοένα και περισσότερο την κορυφαία φράση από το βιβλίο του κορυφαίου συγγραφέα, το παράδοξο της νοσταλγίας:

Είναι πανίσχυρη τα πρώτα νεανικά χρόνια, όταν ο όγκος της περασμένης ζωής είναι εντελώς ασήμαντος.

ΒΑΣΟΣ Θ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ