Εξ αφορμής των κατά καιρούς εκφρασθέντων επιφυλάξεων από μέρους των εργοδοτικών οργανώσεων (ΟΕΒ και ΚΕΒΕ) για την εφαρμογή του ΓεΣΥ, αναφέρω τα εξής: Το μεγαλύτερο πρόβλημα που σήμερα αντιμετωπίζουν οι εργοδότες δεν είναι βέβαια ούτε το εργατικό κόστος, ούτε η εισφορά που θα κληθούν να καταβάλουν για σκοπούς ΓεΣΥ, αλλά η έλλειψη καταναλωτικού ενδιαφέροντος, η οποία έχει στην κυριολεξία παραλύσει την αγορά.

Οι πλείστες μέχρι σήμερα εκφρασθείσες προτάσεις για αντιμετώπιση του προβλήματος επικεντρώθηκαν στην αναδιάρθρωση των τραπεζών, στη μείωση της γραφειοκρατίας, στη δημιουργία κινήτρων κτλ. Αυτές είναι μεν απαραίτητες, όμως δεν είναι ικανές να τονώσουν άμεσα την αγορά, αφού στην παρούσα φάση η αγορά δέχεται έντονες πιέσεις από την καμπύλη ζήτησης και όχι της προσφοράς.

Παρόλο που η μείωση των εισοδημάτων κατά 20% ήταν αναμενόμενο να πιέσει την αγορά, το πρόβλημα διογκώθηκε όταν η συνεπακόλουθη μείωση στην κατανάλωση αποδείχθηκε πολλαπλάσια φθάνοντας σε κάποιους τομείς στο 70%. Δηλαδή, η καρδιά του προβλήματος αφορά περισσότερο στην κακή ψυχολογία των νοικοκυριών παρά στην καθαυτή μείωση των εισοδημάτων τους.

Λόγω της κακής ψυχολογίας, τα νοικοκυριά περιόρισαν την κατανάλωσή τους σε αγαθά πρώτης ανάγκης, δηλαδή διατροφή, ένδυση, στέγαση. Σε αυτήν την κατηγορία εντάσσονται και οι υπηρεσίες υγείας, οι οποίες, σε αντίθεση με τα άλλα αγαθά πρώτης ανάγκης, είναι απρόβλεπτες και το κόστος τους είναι άγνωστο (κανείς δεν γνωρίζει πότε θα ασθενήσει, τι θεραπεία θα χρειαστεί και τι θα του στοιχήσει). Η απουσία ενός καθολικού συστήματος υγείας συντηρεί την ανασφάλεια στα νοικοκυριά, τα οποία αναγκάζονται να αποταμιεύουν (όσα τους περισσεύουν) αντί να καταναλώνουν.

Είναι γι' αυτό που η εφαρμογή του ΓεΣΥ θα συμβάλει τα μέγιστα στην αναζωογόνηση της αγοράς. Η διά βίου καθολική ιατροφαρμακευτική ασφάλιση θα τερματίσει τη σημαντική αυτή αβεβαιότητα, επιτρέποντας στα νοικοκυριά να στραφούν και πάλι στην κατανάλωση. Διεθνείς μελέτες έχουν καταδείξει ότι με την εφαρμογή ενός εθνικού συστήματος τα νοικοκυριά αυξάνουν την καταναλωτική τους δραστηριότητα κατά περίπου 20%.

Φυσικά τα οικονομικά οφέλη από την εισαγωγή του ΓεΣΥ δεν θα περιοριστούν μόνο στην αύξηση της κατανάλωσης. Η αύξηση της παραγωγικότητας, ο περιορισμός των σπαταλών, η πάταξη της φοροδιαφυγής, η ουσιαστική αξιοποίηση των δυνατοτήτων του ιδιωτικού τομέα, η δημιουργία θέσεων εργασίας αποτελούν μεταξύ άλλων μία γκάμα πρόσθετων θετικών επιδράσεων, οι οποίες μαζί με την αύξηση της κατανάλωσης θα δώσουν ουσιαστική ώθηση στην οικονομία και κατ' επέκτασιν σημαντικά οφέλη στους εργοδότες.

Υπό αυτό το πρίσμα, του οφέλους για την οικονομία και του επιχειρηματικού κόσμου (και όχι τόσο του κοινωνικού οφέλους), εξηγείται και η επιμονή της Τρόικας για εφαρμογή του ΓεΣΥ. Το γεγονός ότι το ΓεΣΥ αποτελεί συνάμα και κοινωνικό μέτρο δεν πρέπει να αποπροσανατολίζει τις εργοδοτικές οργανώσεις.

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΛΕΩΝΙΔΟΥ
Λέκτορας Μακροοικονομικής Πολιτικής