Λένε πως οι πράξεις μας επηρεάζονται από έναν φανταστικό εξωτερικό παρατηρητή, μέσω του οποίου βλέπουμε τον εαυτό μας ως τρίτοι και πράττουμε βάσει του κοινωνικά αποδεχτού. Οι πεσιμιστές μεταξύ μας έχουν να πουν πως εάν είχαμε τη δυνατότητα να ακούμε τις σκέψεις των ανθρώπων, αυτό που θα βλέπαμε στον κόσμο θα ήταν ο εγωισμός και η εγωπάθεια, η προσπάθεια επιδίωξης της εκάστοτε προσωπικής ατζέντας και ο συνεχής αγώνας απόκρυψης του πραγματικού μας εαυτού. Ο Γιάγκος Μικελλίδης δεν είχε κανέναν φανταστικό εξωτερικό παρατηρητή, επειδή δεν τον απασχολούσε το κοινωνικά αποδεχτό. Αυτό που τον απασχολούσε ήταν η αλήθεια και ο άνθρωπος. Όταν έλεγε πως η κατάσταση στην Κύπρο τον αφήνει ξύπνιο τα βράδια, πραγματικά το εννοούσε. Όταν συζητούσε την άποψή του για ένα θέμα, ήξερες πως πίσω από τα λόγια του δεν κρυβόταν κάτι άλλο. Παράλληλα όταν για συνεχόμενη φορά πήγαινες σπίτι του με κάποιο δώρο, έστω και αν σου είπε να μην φέρεις κάτι, θα σε έβριζε και θα σου έλεγε να μην επαναληφθεί. Και θα χαμογελούσε. Και θα σου έλεγε τράβα μια καρέκλα κάτσε και θα σε άκουε με προσοχή, ως φίλος και ως ίσος.

Οι φίλοι του Γιατρού ίσως με κατηγορήσουν πως δεν έχω το δικαίωμα να γράψω για έναν άνθρωπο που γνωρίζω προσωπικά μόνο για έξι μήνες. Δεν θα προσποιηθώ πως ήξερα τον Γιατρό όπως τον ήξεραν οι τόσοι άνθρωποι και φίλοι του, που είχαν τη χαρά και την τιμή να τον γνωρίσουν και να βοηθηθούν από αυτόν. Στο σύντομο χρονικό διάστημα που τον ήξερα, όμως, κατάφερε να αφήσει ανεξίτηλο το σημάδι του. Ο λόγος πιστεύω είναι πως ο Γιατρός ήταν στα πάντα αληθινός, στη ζωή του, στις συναναστροφές του, στις κουβέντες του, χωρίς υπεκφυγές, χωρίς προσποιήσεις: αυτό που βλέπεις, αυτό παίρνεις.

Τον Γιάγκο Μικελλίδη τον είχα γνωρίσει υπό την ιδιότητά μου ως υπεύθυνος της εκστρατείας και προώθησης του συνδυασμού ανεξάρτητων υποψηφίων «Μήνυμα Ελπίδας» για τις Ευρωεκλογές 2014. Πριν ο Συνδυασμός πάρει ορμή και δύναμη, και πριν ακούσει ο κόσμος γι' αυτήν την καινούρια κίνηση και αγκαλιάσει αυτήν τη νέα προσπάθεια, ο αγώνας για οργάνωση και προώθηση του μηνύματος έπεφτε στους ώμους των ίδιων των υποψηφίων και των λίγων εθελοντών, που στις ηλικίες των 30 περίπου γνωρίσαμε και ζούσαμε την κατάντια αυτού του τόπου στην πρώτη γραμμή. Και ο άνθρωπος Μικελλίδης στάθηκε ένας φάρος, που πάνω του κρατηθήκαμε στις πρώτες δυσκολίες και απογοητεύσεις, στα άσχημα πολιτικά παιχνίδια, στις κλειστές πόρτες, στο φτηνό μας πολιτικό κατεστημένο. Ένας άνθρωπος που έβλεπε μακριά και που ήλπιζε.

Η πρώτη μας συνάντηση διήρκεσε λιγότερο από δύο λεπτά, όσο χρόνο δηλαδή χρειάζονται οι συστάσεις και δυο απλές κουβέντες. Από την πρώτη στιγμή με έκανε να νιώσω πως τον ήξερα για χρόνια. Ένας άνθρωπος επιβλητικός, με μάτια ακούραστα να σαρώνουν ερευνητικά τον χώρο, σου προκαλούσε τον θαυμασμό και το δέος θα μπορούσα να πω. Ήταν ο τρόπος που σε κοίταζε, που αμέσως καταλάβαινες πως δημιουργούσε μία πλήρη εικόνα για το είναι σου με μια ματιά. Μια βδομάδα αργότερα βρεθήκαμε σε ιδιωτικό τηλεοπτικό σταθμό, όπου θα παραχωρούσε συνέντευξη. Με προσέγγισε σαν παλιός φίλος, και ας μιλήσαμε μόνο για μία φορά, και ας με περνούσε σχεδόν 40 χρόνια.

Στα καμαρίνια του στούντιο υπήρχε κοσμοσυρροή, υποψήφιοι ευροβουλευτές διαφόρων παρατάξεων να επιδίδονται σε συζητήσεις και παιχνίδια εξουσίας. Στην άλλη άκρη του χώρου, μεταξύ ανθρώπων να πηγαινοέρχονται, ο Γιατρός να με κοιτάζει έντονα -λες και έψαχνε βαθιά μες στην ψυχή μου- και να μου κάνει νόημα να πλησιάσω.

-«Γιώρκο μου, είσαι καλά;».
-«Μια χαρά, Γιατρέ, ευχαριστώ».
-«Μεν λαλείς πελλάρες, εν είσαι καλά».
-«Η αλήθεια είμαι αγχωμένος με διάφορα τούτο το διάστημα…».
-«Πόψε εννά έρτεις ποτζιεί σπίτι μου», με διακόπτει «να φάμε τζιαι να τα πούμε».

Με αυτήν τη μικρή στιχομυθία, ο Γιατρός ή ο Δάσκαλος, όπως τον αποκαλούσαν οι τόσοι φίλοι του, κατέλαβε μια θέση στην καρδιά μου, η οποία βρισκόταν πίσω από τείχη και οχυρά που είχαν τεθεί μετά τις τόσες απογοητεύσεις και προδοσίες που ζούμε όλοι μας στην καθημερινότητά μας. Με μια ματιά αναγνώρισε προβληματισμούς και ανησυχίες, που ούτε εγώ ο ίδιος δεν ήξερα πως περνούσα.

Αυτός ήταν ο Μικελλίδης ο άνθρωπος, μία προσωπικότητα που ζούσε τα προβλήματα του κόσμου ως να ήταν δικά του, που μέχρι το τέλος που το σώμα παραδιδόταν, η φλόγα έκαιγε με σθένος και ορμή, μία φλόγα που σε παρέσυρε και σε έκανε να ελπίζεις.

Ο Γιατρός έφυγε νωρίς, παίρνοντας όμως μαζί του στους ώμους του τις ανησυχίες και τα προβλήματα πολλών, και αφήνοντας πίσω του ελπίδα. Είναι το σημαντικότερο δώρο που θα μπορούσε να μας αφήσει.

Καλή ανάπαυση, Γιατρέ.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ
Εξουσιοδοτημένος Αντιπρόσωπος Συνδυασμού «Μήνυμα Ελπίδας»