Γνώρισα τον Γιάγκο Μικελλίδη στο Δασούδι στη Λεμεσό μέσα στο 2012. Εκεί δίπλα στη θάλασσα. Ερχόταν από τα Πυργά τις Κυριακές με τη Λητώ ή τον Διονύση. Μια παρέα φίλων. Πολλή κουβέντα, λίγη θάλασσα, φαΐ και χαλάρωση. Η κουβέντα, σχεδόν πάντοτε γύρω από την πολιτική. Ο Γιάγκος συνήθως λιγομίλητος, σίγουρα μακριά από τις μακρηγορίες και την ενίοτε έντονη επιχειρηματολογία εμάς των υπολοίπων. Με ύφος σοβαρό και το κεφάλι σχεδόν σκυφτό, σαν να άκουγε κάποιον ασθενή του, να καταγράφει. Κάπου-κάπου όταν τον κοίταζες σου έσκαγε ένα κρυφό και σχεδόν ανεπαίσθητο χαμόγελο - σαν να ήξερε ένα μεγάλο μυστικό για τα όσα μιλούσαμε. Κάποιος τον ρωτά τι νομίζει. Επικρατεί σιωπή. Σεβασμός. Η κουβέντα του Γιάγκου καρφώνει τη συζήτηση. Όλη η παρέα σκάει στα γέλια.
Συμφωνείς ή διαφωνείς μαζί του, δεν μπορείς να αμφισβητήσεις την καθαρή λογική του Γιάγκου, αλλά ούτε και τη γνωστική του αλληλουχία. Ακόμη και να το προσπαθήσεις. Όπως και ούτε φυσικά μπορείς να αμφισβητήσεις την ικανότητά του να καυτηριάσει τον οποιονδήποτε και να προσδώσει μια λιγότερο βαριά και γεμάτη χιούμορ (πιο αληθινή ίσως) διάσταση. Ακόμη και στα πλέον σοβαρά ή δύσκολα ζητήματα. Αυτή ήταν η μαγεία και η μοναδικότητα του Γιάγκου, άλλωστε. Απόρροια και αυτά, όπως ήταν η αμεσότητα και η εγγύτητά του προς όσους πρωτογνώριζε, της ειλικρινούς και βαθιάς αγάπης του για τον συνάνθρωπό του. Γιατί γνοιαζόταν. Και γνοιαζόταν πραγματικά.
Η σχέση μας ουσιαστικά άλλαξε όταν πρωτομιλήσαμε για το «Μήνυμα Ελπίδας». Τότε το ονομάζαμε Μήνυμα Κοινωνίας. «Μήνυμα Ελπίδας», μου λέει κοφτά ο Γιάγκος. «Εν ελπίδα που θέλει ο κόσμος, ρε Πλατή. Για να πιστέψει τζιαι να ξαναπροσπαθήσει, πέρκι δει μιαν άσπρη μέρα». Από τότε ο Γιάγκος έγινε η ψυχή του Συνδυασμού, αλλά και ο δικός μου βράχος και αστείρευτη πηγή άντλησης δύναμης. Εκεί στα Πυργά γινόντουσαν οι συναντήσεις. Εκεί στα Πυργά συζητούσαμε τι έπρεπε να γίνει, πώς να οργανωθούμε, πώς να απαντήσουμε. Και όταν τα πράγματα έγιναν πιο σοβαρά και ήρθαν οι προσωπικές επιθέσεις και οι αποκλεισμοί, ήταν ο Γιάγκος που μας έκανε να πιστέψουμε ξανά. «Εν να τα πάμεν καλά. Μεν φοάστε. Ξέρω το. Εν να τα πάμεν καλά».
Η υγεία του, ιδιαίτερα εύθραυστη. Το σώμα του, κουρασμένο και καταπονημένο. Το ηθικό του όμως ακμαιότατο, φλογισμένο και αδιαπραγμάτευτο, όπως σε όλους όσοι αγωνίζονται για ιδανικά. Τα λόγια του, μεστά από δύναμη, συντροφικότητα όσο και πνεύμα. Αέναος αγωνιστής. Και πάντοτε με το καυστικό σχόλιο, το χιούμορ και την κουβέντα για τον δρόμο. Κατευόδιο και ούριο άνεμο στην πορεία που θέσαμε. Στην τελευταία σου προσπάθεια, όπως την ονόμαζες.
Και ήταν όντως η τελευταία σου προσπάθεια, φίλε Γιάγκο. Και η τελευταία σου προσπάθεια - μια ελπίδα για τον κόσμο που τόσο αγάπησες. Έφυγες αφήνοντας ανεξίτηλο το σημάδι σου στην κοινωνία και σημαντικό το πέρασμά σου από τη ζωή όλων μας. Καλό σου ταξίδι, φίλε Γιάγκο!
ΣΤΕΛΙΟΣ ΠΛΑΤΗΣ
Τα ακίνητα της εβδομάδας




