Η Κύπρος είναι μια μοντέρνα πολυπολιτισμική ευρωπαϊκή χώρα και πρέπει να αντιμετωπίζεται ως τέτοια από δικούς μας και ξένους

Μετά την πώληση της Κύπρου από τους Οθωμανούς στους Άγγλους, το 1878, παρέμεινε στο νησί, μαζί με τον γηγενή ελληνικό, στη μεγάλη πλειοψηφία του, πληθυσμό, και αριθμός μωαμεθανών, κυρίως πρώην στρατιωτικών ή απογόνων στρατιωτικών, που διέμεναν στην Κύπρο από τον καιρό της oθωμανικής κατοχής. Λέγω «οθωμανικής» κι’ όχι «τουρκικής», διότι τότε δεν υπήρχε ακόμη τουρκικό κράτος.

Κατά τη διάρκεια της αγγλοκρατίας, η αγγλική διοίκηση αποκαλούσε μεν «Κυπρίους» όλους τους κατοίκους του νησιού, τους διέκρινε όμως, για δικούς της λόγους, όπως π.χ. για λόγους απογραφής ή για λόγους αντιπροσώπευσης των κατοίκων, σε χριστιανούς και σε μουσουλμάνους, χωρίς αρχικώς αναφορά σε εθνική καταγωγή, δηλαδή σε Έλληνες και Τούρκους. Η διάκριση αυτή δεν εμπόδισε τους Κυπρίους να ζουν μαζί ειρηνικά στις πόλεις και στα χωριά, ενωμένοι ως ένας λαός.

Όταν το 1960 ήλθε η ανεξαρτησία της Κύπρου, το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας θα έπρεπε, πλέον, να προνοεί για ένα ενιαίο κυπριακό λαό κι’ όχι να τον διαχωρίζει σε ομάδες πληθυσμού με βάση την εθνική καταγωγή ή τη γλώσσα ή τη θρησκεία των ομάδων αυτών. Δυστυχώς, δεδομένου ότι το Σύνταγμα ήταν δοτό, δηλαδή δεν ήταν αποτέλεσμα δημοψηφίσματος, συνέβη το δεύτερο.

Έτσι, το Άρθρο 2 του εν λόγω Συντάγματος προνόησε για το διαχωρισμό του λαού σε δύο κοινότητες, πράγμα που εξυπηρετούσε ξένα συμφέροντα και, μάλιστα, τα συμφέροντα της Τουρκίας κι’ όχι αυτά της Κύπρου:

Από τη μια, την ελληνική κοινότητα, αποτελούμενη από πολίτες ελληνικής καταγωγής ή ελληνικών πολιτιστικών παραδόσεων ή ελληνόφωνους ή ελληνορθόδοξους, που συνιστούσαν την πλειοψηφία του λαού με ποσοστό 80%, στην οποία κοινότητα επέλεξαν να ανήκουν και οι θρησκευτικές ομάδες των αρμενίων, μαρωνιτών και λατίνων, που έφθαναν όλες μαζί σε ποσοστό 2%, και, από την άλλη, την τουρκική κοινότητα, αποτελούμενη από πολίτες τουρκικής καταγωγής ή τουρκικών πολιτιστικών παραδόσεων ή τουρκόφωνους ή μωαμεθανούς, που συνιστούσαν τη μειοψηφία του λαού, με ποσοστό 18%.

Περαιτέρω, το περί ου ο λόγος Σύνταγμα, προνοούσε για διαμοιρασμό των κρατικών εξουσιών μεταξύ της ελληνικής κοινότητας και της τουρκικής κοινότητας, με βάση αυθαίρετα κριτήρια και ποσοστά.

Ο διαχωρισμός του λαού σε έρια και ερίφια, καθαρά ρατσιστικός, δεν έμελλε να επιβιώσει κι’ έφερε τις καταστροφικές του συνέπειες με τις υποκινηθείσες έξωθεν διακοινοτικές ταραχές του 1963 και τον αυτοεγκλωβισμό των τουρκοκυπρίων σε «θυλάκους», με αποκορύφωμα την τουρκική εισβολή της 21ης Ιουλίου 1974, που ακολούθησε το προδοτικό πραξικόπημα των Ελλήνων συνταγματαρχών της 15ης Ιουλίου του ιδίου έτους, εξαιτίας της οποίας οι ελληνοκύπριοι εκδιώχθηκαν από το βόρειο μέρος του νησιού μας, όπου πλέον συγκεντρώθηκαν μόνο τουρκοκύπριοι, και το οποίο παραμένει μέχρι σήμερα υπό τουρκική κατοχή.

Έκτοτε, ο διαχωρισμός των δύο κοινοτήτων, από καθαρά τυπικός και αυστηρά ρυθμιζόμενος από τις πρόνοιες του Συντάγματος, μετατράπηκε σε de facto διαχωρισμό του πληθυσμού, σε τουρκοκύπριους στο βόρειο μέρος του νησιού και σε ελληνοκύπριους στο νότιο, και ευχόμαστε να μη μετεξελιχθεί και σε de jure διαχωρισμό, όπως τον ονειρεύονται οι εχθροί της Κύπρου.

Μπροστά σ’ αυτόν τον κίνδυνο, ο Σύνδεσμος Ηνωμένων Εθνών Κύπρου, ένας από τους παλαιότερους και γνωστότερους συνδέσμους στη χώρα μας, που, στα μέλη του συγκαταλέγονται δύο πρώην πρόεδροι της Δημοκρατίας, δύο πρώην Γενικοί Εισαγγελείς, δύο πρώην Πρόεδροι και Δικαστές του Ανωτάτου Δικαστηρίου κι’ άλλοι Δικαστές, νομικοί, γιατροί, πολιτικοί επιστήμονες, πρέσβεις κι’ άλλοι διπλωμάτες, γνωστοί επαγγελματίες, επιχειρηματίες, συγγραφείς, καλλιτέχνες, ανώτεροι δημόσιοι υπάλληλοι και πολλά άλλα αξιόλογα στελέχη της κοινωνίας μας, ο οποίος είχε πρώτος συνειδητοποιήσει την ανάγκη αναβίωσης και διατήρησης των κοινωνικών και πολιτιστικών δεσμών μεταξύ των διαφόρων ομάδων του λαού, για το καλό του τόπου, αναζήτησε τρόπους, μέσα στα πλαίσια των δυνατοτήτων του, ως ανεξάρτητου, από πολιτικά κόμματα και πολιτικές σκοπιμότητες, σώματος εθελοντών, να επιτύχει την αναβίωση και διατήρηση των δεσμών αυτών.

Για τον σκοπό αυτό, μεταξύ άλλων δραστηριοτήτων του, έχει καθιερώσει εδώ και τριάντα πέντε χρόνια τον θεσμό ενός ετήσιου πολιτιστικού Φεστιβάλ, με τον τίτλο «Ειρηνική Συμβίωση», στο οποίο καλούνται και λαμβάνουν μέρος καλλιτεχνικά συγκροτήματα από όλες τις κοινότητες και θρησκευτικές ομάδες της Κύπρου. Κοντά σ’ αυτές, τα τελευταία χρόνια, καλούνται και λαμβάνουν μέρος και ξένες κοινότητες που διαμένουν στην Κύπρο, όπως οι κοινότητες των Ρουμάνων, των Βουλγάρων, των Φιλιππινέζων κ.α. Φιλοδοξία του Συνδέσμου είναι να διευρύνει συνεχώς τον κύκλο των συμμετεχόντων.

Το εν λόγω Φεστιβάλ πραγματοποιείται κατά το τέλος του μηνός Μαΐου κάθε έτους στο πάρκο Ακροπόλεως, το οποίο παραχωρείται ευγενώς από τον Δήμο Στροβόλου, και είναι ανοικτό στο κοινό. Κύριος ομιλητής είναι συνήθως Υπουργός ή Γενικός Διευθυντής Υπουργείου, ο οποίος τονίζει τη σημασία της ειρηνικής συμβίωσης, μέσα στα πλαίσια του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών, καθώς και της Οικουμενικής Διακήρυξης των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Ο.Η.Ε. Ακολουθεί καλλιτεχνικό πρόγραμμα με χορούς και τραγούδια όλων των συμμετεχόντων συγκροτημάτων. Στο πολυάριθμο ενθουσιώδες κοινό συγκαταλέγονται, κάθε χρόνο, ανώτατοι κρατικοί αξιωματούχοι, Επίτροποι, πρέσβεις και άλλοι επίσημοι, καθώς και πλήθος Κυπρίων και ξένων, όλων των ηλικιών.

Το μήνυμα του Συνδέσμου είναι καθαρό και ανιδιοτελές: Η Κύπρος είναι μια χώρα, όχι μόνο δύο κοινοτήτων, αλλά περισσοτέρων, ντόπιων και ξένων, είναι μια μοντέρνα πολυπολιτισμική Ευρωπαϊκή χώρα και πρέπει να αντιμετωπίζεται ως τέτοια από δικούς μας και ξένους. Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο, προβάλλει έντονα η ανάγκη, όχι απλώς για ειρηνική συνύπαρξη, αλλά για «ειρηνική συμβίωση» όλων των κοινοτήτων, ομάδων και ατόμων, ντόπιων και ξένων, που συνιστούν τη σημερινή κυπριακή κοινωνία, με σεβασμό των δικαιωμάτων του ατόμου, δηλαδή των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, όπως επεκράτησε να λέγονται, μέσα σ’ ένα ενιαίο κι’ αρμονικό κοινωνικό σύνολο, διαποτισμένο με υγιείς δημοκρατικές αρχές, χωρίς διαμοιρασμό κρατικών εξουσιών μεταξύ κοινοτήτων και χωρίς άλλα διαχωριστικά στοιχεία.

Είμαστε Ευρωπαίοι και δεν ζητούμε τίποτε περισσότερο ή τίποτε λιγότερο απ’ ό,τι ζητούν οι υπόλοιποι Ευρωπαίοι: Να ζούμε ελεύθερα και ειρηνικά στη χώρα μας και να απολαύουμε όλων των δικαιωμάτων μας, ως Ευρωπαίοι, χωρίς εθνοτικούς περιορισμούς στα ανθρώπινα δικαιώματά μας και χωρίς μόνιμες ρατσιστικές αποκλίσεις από το Ευρωπαϊκό Κεκτημένο.
Ζητούμε πολλά;

ΚΛΑΙΛΙΑ ΤΟΜΠΟΛΗ-ΘΕΟΔΟΥΛΟΥ
Δικηγόρος, τ. Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, Μέλος Διοικητικού Συμβουλίου Συνδέσμου Ηνωμένων Εθνών Κύπρου, Υπεύθυνη διοργάνωσης του ετήσιου Φεστιβάλ «Ειρηνική Συμβίωση»