Γίνεται μεγάλη συζήτηση στη χώρα μας αλλά και σε άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ευρώπης, για τα δάνεια που χορηγήθηκαν σε καταναλωτές και δανειολήπτες σε ελβετικό φράγκο. Και τούτο γιατί πολλοί δανειολήπτες οι οποίοι δανείστηκαν σε άλλο από το εθνικό τους νόμισμα βλέπουν καθημερινά να γίνονται ανήμποροι να καταβάλουν τη δόση τους και κατ’ επέκταση να αποπληρώσουν την υποχρέωση την οποία ανέλαβαν έναντι των πιστωτικών ιδρυμάτων ή των τραπεζών που τους τα χορήγησαν.
Τα Δικαστήρια αρκετών κρατών μελών της ΕΕ αλλά και άλλων χωρών της Ευρώπης έχουν εκδώσει σειρά αποφάσεων για τα λεγόμενα δάνεια σε ελβετικά φράγκα και σε αρκετές δε περιπτώσεις αποφάσισαν ότι υπήρξε καταχρηστικότητα στους όρους των παρεχόμενων δανείων, αλλά και παραπλάνηση των δαινειοληπτών.
Περαιτέρω, το Δικαστήριο Ευρωπαϊκής Ένωσης πολύ πρόσφατα στην απόφαση Kasler (C-26/2013, 30.4.2014), σε αίτηση προδικαστικής απόφασης που παραπέμφθηκε από Δικαστήριο της Ουγγαρίας, αποφάσισε μεταξύ άλλων ότι δανειολήπτες που καταφεύγουν σε τέτοια πιστωτικά προϊόντα θα πρέπει να ενημερώνονται από τα τραπεζικά ιδρύματα, καθότι συμβάσεις που απαιτούν συναλλαγματικές ισοτιμίες απαιτούν εξειδικευμένες γνώσεις.
Η απόφαση του ΔΕΕ δικαίωσε Ούγγρους δανειολήπτες, στους οποίους αναγνωρίστηκε να αποπληρώνουν το στεγαστικό δάνειο που είχαν λάβει σε ελβετικό φράγκο με βάση την ισοτιμία εκταμίευσης και όχι την τρέχουσα ισοτιμία της καταβολής των δόσεων.
Στην αιτιολογία της εν λόγω απόφασης τονίζεται η απαίτηση περί διαφάνειας των συμβατικών ρητρών, όπως εξάλλου αυτή επιβάλλεται από την Οδηγία 93/13, καθώς και διασταλτικής τους ερμηνείας και να μην περιορίζεται η επεξήγησή τους προς τον δανειολήπτη-καταναλωτή στον κατανοητό τους χαρακτήρα από την τυπική και γραμματική ερμηνεία και προσέγγιση.
Πιο συγκεκριμένα, αναφέρει ότι η σύμβαση θα πρέπει να εκθέτει με συγκεκριμένο και διαφανή τρόπο την ακριβή λειτουργία του μηχανισμού μετατροπής του ξένου νομίσματος που προβλέπει η σχετική πρόνοια, καθώς και τη σχέση μεταξύ του συγκεκριμένου μηχανισμού και του μηχανισμού που προβλέπουν άλλες πρόνοιες σχετικά με την αποδέσμευση του δανείου, με τρόπο που να μπορεί ο καταναλωτής και δανειολήπτης να εκτιμήσει και να αξιολογήσει με βάση κατανοητά κριτήρια τις συνέπειες που δυνατό να προκύψουν ή συνεπάγονται γι’ αυτόν.
Δηλαδή, θα πρέπει ο καταναλωτής-δανειολήπτης να ενημερώνεται πλήρως για τον συναλλαγματικό κίνδυνο τον οποίο αναλάμβανε με τη σύμβαση δανείου, το ύψος και τον αριθμό των δόσεων, το κόστος της μετατροπής του ποσού της δόσης ως επίσης και κάποια άλλα ουσιώδη στοιχεία που συνδέονται με το αντικείμενο της σύμβασης. Οι όροι αυτοί, ως έχει αναγνωριστεί από το ΔΕΕ, είναι ουσιώδους σημασίας για τους καταναλωτές-δανειολήπτες και γι’ αυτό θα πρέπει να τπληροφορούνται ειδικώς, επαρκώς και ενδελεχώς για τους συμβατικούς όρους και τις πιθανές συνέπειες της σύμβασης.
Παρά το γεγονός ότι σε σειρά χωρών όπως την Ισπανία, Κροατία, Μαυροβούνιο, Ουγγαρία, Ισλανδία και Ελλάδα έχουν εκδοθεί σειρά αποφάσεων, στην Κύπρο μέχρι σήμερα κανένα Δικαστήριο δεν έχει εκδώσει οποιαδήποτε απόφαση που να πραγματεύεται τα αναφερόμενα θέματα.
Είναι γεγονός ότι ιστορικά και στην Κύπρο παρουσιάστηκε έντονα το ίδιο φαινόμενο. Οι τράπεζες (σχεδόν στο σύνολο τους) μεταξύ των ετών 2006-2009 να προωθούν με διαφημιστικές εκστρατείες τους τα προϊόντα σε ξένο νόμισμα και ιδιαίτερα σε ελβετικό φράγκο, σε μια περίοδο ιδιαίτερα υψηλής συναλλαγματικής ισοτιμίας. Στο επίκεντρο της προωθητικής τους εκστρατείας ήταν η χαμηλή δόση, το χαμηλό επιτόκιο ως επίσης η σταθερότητα του ξένου νομίσματος, το εκτόπισμα του ευρώ στις διεθνείς αγορές, καθώς και οι προβλέψεις τους για τη σχεδόν αμετάβλητη διακύμανση της ισοτιμίας.
Ενδεικτικό των πιο πάνω αποτελεί και το γεγονός ότι η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου απέστειλε σχετική εγκύκλιο επιστολή προς όλες τις τράπεζες τον Οκτώβριο του 2006, με την οποία καλούσε τις τράπεζες να παρέχουν στους καταναλωτές-δανειολήπτες «λεπτομερή ενημέρωση για τον συναλλαγματικό και επιτοκιακό κίνδυνο» με αριθμητικά παραδείγματα.
Μερικές από τις Τράπεζες δεν συμμορφώθηκαν καθόλου, αλλά και εκείνες που συμμορφώθηκαν σε κάποιο επίπεδο δεν παρείχαν όλες τις επαρκείς και ειδικές λεπτομέρειες, ή βασίζονταν σε λανθασμένες προβλέψεις και διαβεβαιώσεις, με αποτέλεσμα τα δάνεια αυτά, αντί να περιοριστούν, να αυξάνονται σε μεγάλο βαθμό και σήμερα να καθίστανται μη εξυπηρετούμενα, λόγω των αυξημένων δόσεών τους αλλά και του ασύλληπτου υπολοίπου τους το οποίο σε πολλές περιπτώσεις είναι πολύ μεγαλύτερο από το ποσό που πραγματικά δανείστηκαν και που τελικά εκταμιεύτηκε.
Καταληκτικά σημειώνουμε πως κατά κύριο λόγο η πρόσφατη απόφαση του ΔΕΕ μαζί με την εθνική νομοθεσία που διέπει τις καταχρηστικές ρήτρες σε συμβάσεις που συνάπτονται με καταναλωτές, μεταξύ άλλων, θα αποτελέσουν το δόρυ και την ασπίδα των καταναλωτών-δανειοληπτών, που αντιμετωπίζουν τις συνέπειες των δανείων τους σε ξένο νόμισμα, οι οποίοι αντίστοιχα και διαζευκτικά θα πρέπει να αξιώσουν είτε απευθείας είτε μέσω Δικαστηρίων την ακυρωσιμότητα των συμφωνιών τους ή την αναδιάρθρωσή τους, χωρίς τις καταχρηστικές ρήτρες που οδήγησαν τις συμβάσεις αυτές σε ασύμφορα και ατελέσφορα οικονομικά αποτελέσματα, με δυσάρεστες οικονομικές συνέπειες.
ΓΙΩΡΓΟΣ Τ. ΧΡΙΣΤΟΦΙΔΗΣ
Ορφανίδης, Χριστοφίδης & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε.
Δικηγόροι-Νομικοί Σύμβουλοι
[email protected]




