Η γεωπολιτική αστάθεια που παρατηρείται στο Ιράκ με την προέλαση των τζιχαντιστών της οργάνωσης «Ισλαμικό Κράτος» και οι μαζικές θηριωδίες που τη συνοδεύουν επαναφέρουν στο προσκήνιο τις ευθύνες της αποτυχημένης αμερικανικής επέμβασης στη χώρα τον Μάρτιο του 2003.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες, με πρόσχημα τη φερόμενη ύπαρξη όπλων μαζικής καταστροφής, ανέτρεψαν το μπααθικό καθεστώς του σουνίτη Σαντάμ Χουσέιν και επέβαλαν στην ηγεσία του Ιράκ πολιτικούς της σιιτικής πλειοψηφίας, η οποία ομολογουμένως βίωνε για δεκαετίες διακρίσεις και την περιθωριοποίηση. Ωστόσο, η κυβέρνηση Μπους απέτυχε στην οικοδόμηση ενός μεταπολεμικού Ιράκ (Post-Conflict Peacebuilding), το οποίο θα μπορούσε να συγκεράσει τις αντιτιθέμενες απόψεις των συστατικών μερών της χώρας, έτσι ώστε το Ιράκ να οδηγηθεί προς τον εκδημοκρατισμό. Η δημοκρατική ειρήνη, που επαγγέλονταν οι Αμερικανοί, όχι μόνο δεν ήρθε ποτέ, αλλά τις επαγγελίες διαδέχθηκε το χάος.
Ο Αμερικανός διοικητής της Προσωρινής Διοίκησης του Ιρακ Paul Bremer προέβη σε μαζικές εκκαθαρίσεις στελεχών του κόμματος Μπάαθ, ενώ η κακομεταχείριση κρατουμένων στη φυλακή Αμπού Γκράιμπ δημιούργησε μια μνησικακία ανάμεσα στον τοπικό σουνιτικό πληθυσμό, που άρχισε να βλέπει τον αμερικανικό στρατό ως στρατό κατοχής. Σιγά-σιγά άρχισαν να δημιουργούνται παραστρατιωτικές οργανώσεις, τόσο ανάμεσα στους σιίτες όσο και στους σουνίτες. Μερικές από τις τελευταίες είχαν διασυνδέσεις με την Αλ Κάιντα και θεωρούνται πρόδρομοι της τζιχανιστικής οργάνωσης «Ισλαμικό Κράτος», η οποία σκορπά τον θάνατο στο Ιράκ.
Την ίδια ώρα, η κυβέρνηση εθνικής ενότητας, υπό τον Νούρι Αλ Μαλίκι που προέκυψε από τις εκλογές του 2006, επεφύλαξε τη μερίδα του λέοντος για τα σιιτικά κόμματα, παραχωρώντας σε αυτά τα περισσότερα Υπουργεία της χώρας. Αυτή η κατάσταση, όμως, δημιούργησε έντονη δυσαρέσκεια στους σουνίτες. Τον Φεβρουάριο του 2006 υπήρξε μια αναζοπύρωση της βίας με επιθέσεις εναντίον των Αμερικανών, εναντίον στελεχών των Ηνωμένων Εθνών, αλλά και εναντίον μελών της σιιτικής κοινότητας. Αυτή η κατάσταση συνεχίστηκε με περιοδικές αναζοπυρώσεις της σεχταρικής βίας. Η απόσυρση των Αμερικανών το 2011, των οποίων ο στρατός δρούσε εξισορροπιστικά στη χώρα άφησε κενό εξουσίας, το οποίο και εκμεταλλεύτηκαν οι διάφορες παραστρατιωτικές οργανώσεις.
Η σύγκρουση στο Ιράκ πρέπει να ιδωθεί και μέσα από ένα άλλο πρίσμα, αυτό της ενδο-ισλαμικής σύγκρουσης μεταξύ σιιτών και σουνιτών. Οι σιίτες θεωρούνται αποστάτες της ορθόδοξης ισλαμικής πίστης από σουνιτικό θεολογικό κατεστημένο. Οι αιτίες της διαμάχης χάνονται βαθιά μέσα στους αιώνες, όταν ο γαμπρός του Μωάμεθ -σύζυγος της κόρης του Φατιμά- και εξάδελφός του, δολοφονήθηκε το 661 από τον κυβερνήτη της Συρίας Μωαβία. Η αμφισβήτηση της εξουσίας του Αλί, τέταρτου Χαλίφη του Ισλάμ, δημιούργησε και το σχίσμα μεταξύ των σιιτών-σουνιτών. Οι σουνίτες διασφάλισαν τον τίτλο του Χαλιφάτου, αφού είχαν επικρατήσει πλέον και στρατιωτικά επί των οπαδών του Αλί.
Η τελευταία προσπάθεια των σιιτών να επαναδιεκδικήσουν τον τίτλο ήταν η εξέγερση του εγγονού του προφήτη Μωάμεθ Χουσεΐν εναντίον της σουνιτικής δυναστείας των Ουμαγιάδων. Ωστόσο, η εξέγερση απέτυχε και ο Χουσεΐν δολοφονήθηκε το 680 στην πόλη Κερμπάλα, στο βόρειο Ιράκ. Ο θάνατος του Χουσεΐν εγγράφηκε στο συλλογικό υποσυνείδητο των σιιτών ως μια πράξη αυτοθυσίας εναντίων της τυραννίας των Σουνιτών. Η πόλη Κερμπάλα στο Ιράκ θεωρείται o πιο ιερός τόπος για τους σιίτες και συμβολίζει την εξέγερση ενάντια στον σφετερισμό της νόμιμης εξουσίας από την οικογένεια του προφήτη. Έκτοτε το μίσος που χωρίζει τα δύο δόγματα του Ισλαάμ είναι αβυσσαλέο και κατά περιόδους εκτονώνεται με σφαγές και θηριωδίες, όπως αυτή που διαπράττει αυτήν την περίοδο το «Ισλαμικό Κράτος» στο Ιράκ, τόσο εναντίον των σιιιτών όσο και εναντίον οπαδών άλλων θρησκευτικών δογμάτων.
ΔΡ. ΝΙΚΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΙΔΗΣ
Επικεφαλής Γεωστρατηγικού Παρατηρητηρίου
Μέσης Ανατολής- Ανατολικής Μεσογείου (ΓΕΩΠΑΜΕ)
Τα ακίνητα της εβδομάδας




