Μου φαίνεται πως τίποτε άλλο δεν τραβάει κοντά του τον άνθρωπο όσο η θάλασσα. Αχ! Αυτή η γαλάζια υγρή επιφάνεια πόσο ξελογιάζει τον άνθρωπο. Κοντά της βρίσκει κανείς τόση ομορφιά. Γαληνεύει η ψυχή μας όταν την αντικρίζουμε από την παραλία. Το ίδιο απλώνεται η ψυχή μας απάνω στο απέραντο πλάτος της, όταν ταξιδεύουμε και είναι φρόνιμη σαν καλό παιδί.

Την αγαπώ πολύ τη θάλασσα, όταν πέφτω στην αγκαλιά της και νιώθω τη δροσιά της να με ανακουφίζει. Κι αρχίζω τότε να κάνω μαζί της παιχνίδια τρελά. Χοροπηδώ απάνω της, βουτώ στα νερά της και χάνομαι στον βυθό. Αρπάζω χουφτιές και τις πετώ στη συντροφιά μου σηκώνοντας σύννεφο απάνω της.

Άλλωστε, πάλι ξαπλώνω στη μαλακωσιά της και κολυμπώ σκίζοντας με μανία το υγρό της κορμί. Πότε την κλοτσάω με μανία δυνατά και προχωρώ και πότε ανάσκελα απολαμβάνω μαζί της τον ουρανό.
Είναι παιχνιδιάρα και τα δέχεται όλα, όταν φυσικά είναι στα καλά της. Όταν ο Ποσειδών κάθεται φρόνιμος και πίνει το νέκταρ του, στα υγρά της τρίσβαθα που είναι κρυμμένα στα παλάτια του. Πόσες χιλιάδες χρόνια πέρασαν από τότε που ο άνθρωπος καβαλίκεψε το υγρό, κι’ όμως όσο αναζήτησε το βασίλειο του Ποσειδώνος, δεν το βρήκε πουθενά. Κι ούτε θα το βρει. Είναι αμέτρητος ο κόσμος της. Είναι απέραντο το πλάτος της.

Αυτά σαν είναι φρόνιμη. Μα σαν θεριεύσει τότε… Α, τότε όλα κι όλα. Δεν χωρατεύει. Αφρίζει σαν λυσσασμένη και φυσάει σαν αγρίμι του μυθικού κόσμου. Πελώρια τα κύματά της σηκώνονται ολόρθα σαν τους γίγαντες των παραμυθιών σαν να θέλουν να δείξουν το ανάστημά τους στα βράχια, που στέκονται ορθά κι εκείνα απέναντί τους σαν αντίπαλοι. Μοιάζουν κάποια στιγμή σαν να ζυγίζονται, σαν να υπολογίζουν που θα δώσουν το χτύπημά τους. Κι ύστερα ορμούν με όλη τους τη δύναμη σαν να σκοπεύουν να κατασπαράζουν ο ένας τον άλλο.

Αφρός, σκόρπια νερά, σηκώνονται ψηλά στην πάλη απάνω και λούζουν τα πάντα.
Είναι ωραία η στιγμή αυτή. Είναι διασκεδαστική, άλλα και τρομερή. Ένα σύγκρυο γεμίζει την καρδία. Ένας κάποιος φόβος μας σφίγγει. Είναι η στιγμή που νιώθουμε πως αν και έχουμε διασχίσει προς όλα της τα σημεία άπειρες φορές, εν τούτοις δεν παύει να είναι, όποτε το θελήσει, ανήμερο θεριό.

Πόσα τραγούδια δεν ειπώθηκαν γι' αυτήν. Πόσες χαρές και πόσες λύπες δεν φέρνει στο μήνυμα του κύματός της, φυλάει γλυκά την ακρογιαλιά κι άλλοτε τη γδέρνει μανιασμένα.
Είναι το πιο περίεργο πράγμα, που συνταιριάζει στο ίδιο σώμα την ευτυχία και τη δυστυχία μας. Μα ό,τι κι αν έγινε δεν παύει να είναι η γλυκεία μας αγάπη, η αγαπημένη μας ξελογιάστρα. Που πάντα θα μας τραβάει κοντά της, κι όταν ακόμα είναι απαίσια.

ΑΝΔΡΕΑΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ
Επίτιμος Σχολικός Σύμβουλος, Ειδικός Παιδαγωγός, Πολιτικός Επιστήμονας