Αχνοφέγγει το φως, παραμονή Δεκαπενταύγουστου, στις αλάνες της Αγλαντζιάς - ένα χωριό ήταν τότε - κατάχαμα, στρωματσάδα, πρόσφυγες της πρώτης εισβολής - το μυριζόμασταν ότι θα ’ρχόταν και δεύτερη -. Περιμένεις μ’ αγωνία απ’ το ραδιόφωνο τ’ αποτελέσματα των συνομιλιών στην Βιέννη, τα μαντάτα όμως στα φέρνουν τούρκικα αεροπλάνα που ανενόχλητα ξερνάνε σφαίρες. «Οι συνομιλίες απέβησαν άκαρπες λόγω της τουρκικής αδιαλλαξίας.
Ο Υπουργός Εξωτερικών κ. Γεώργιος Μαύρος διαβεβαιώνει: «Μεταξύ πολέμου και ατιμώσεως η Ελλάς δεν έχει επιλογήν». (Μόνο που δεν μας την ξεκαθάρισε απ’ την αρχή να ξέρουμε και τι μας γίνεται!) Το σφυροκόπημα πυκνώνει, να φύγεις πρέπει κι’ από ’δω, ποιος να σε κουβαλήσει και πού; Μα οι πόρτες των αυτοκινήτων ανοίγουν, στοιβαγμένοι ο ένας πάνω στον άλλο, μωρά τσιρίζουν, γυναίκες κλαίνε τον σύντροφο τι θα κάνει με τα αγρασάριστα στεν, μπρεν, μαρτίνια, τις παλιατσούρες.
Στον δρόμο για το Μιτσερό ουρά τ’ αυτοκίνητα φορτωμένα μπόγους, παγούρια, από πάνω τ’ αεροπλάνα σε βυθίσεις, τα χάνεις, αυτοκίνητα αδειάζουν έντρομους που τρέχουν κάτω απ’ τα δέντρα, έτσι χωρίς δεύτερη σκέψη, ν’ ανακουφιστούν. Εύκολα τα βάζεις με τον φόβο του θανάτου;
Στο χωριό, στο συνεργατικό; «Ψωμί, γάλα για τα παιδιά, σε παρακαλώ.» Εν ριπή οφθαλμού ό,τι κονσέρβα, κρέας, σαλμοί, σαρδέλες, ελιές, υπήρχαν, εξαφανίζονται. Και με την πείνα παίζεις;
Πάλι καταφυγή το ραδιόφωνο. Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής σε διάγγελμα. Αναθαρρεύεις. «Η Ελλάς αποσύρει τις δυνάμεις της από το στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ.» Σιγά καλέ τη θυσία! και με τα δικά μας θα μας βαράγανε;
Η προσθήκη σου κόβει τα πόδια: «Λόγω αποστάσεως η Ελλάς αδυνατεί να ενισχύσει την Κυπριακήν Εθνοφρουράν εις τον αγώνα της.» Νέκρα πρώτα παντού και ύστερα οργή, φωνές, ξέσπασμα: προδοσία.
Απόγεμα στην εκκλησιά βαφτίζουν όπως όπως μωρά, εσπερινός. Βραδιάζει και καταφθάνουν απ’ τη Φιλιά όσοι πρόλαβαν κι έφυγαν στοιβαγμένοι σαν αρνιά στα φορτηγά, μεσ’ στο κλάμα και τις κατάρες.
Στο σχολειό θ’ απλωθούν στρώματα που δίνουν οι χωριανοί. Σπίτια ανοίγουν, με χαμόγελο, αλήθεια. Ξημερώνει της Παναγιάς. Στην εκκλησιά μόνο κλάμα και προσευχή. Νυχτώνει. Αυγουστιάτικο φεγγάρι ασημώνει την απλωσιά, τα παιδιά θέλουν παιχνίδι, παραμύθι, αγκαλιά, τρέμουν μ’ όσα είδαν ως τώρα.
Το Πάσχα της Παναγιάς πέρασε αλλιώτικο φέτος. «Κι Εκείνη πού ήτανε που την παρακαλάγαμε;» ακούς το παράπονο. Και σαν τι να περίμενες να’ κανε δηλαδή; Τις ορδές του δυνατού τις σταματούν τα όπλα κι εμείς τέτοια δεν είχαμε. - Ή δεν ήθελαν κάποιοι να ’χουμε -.
Σαράντα χρόνια. Οι εικόνες ζωντανές, το ευχαριστώ ζεστό σ’ όσους κράτησαν στα σπίτια τους όσους χρειάστηκε, όσο χρειάστηκε. Τότε που είχαν άπλα οι καρδιές και χώρο για την ανθρωπιά.
ΑΛΕΚΑ ΓΡΑΒΑΡΗ-ΠΡΕΚΑ




