Καθώς επιστρέφουμε πίσω στις μέρες του 1974, όσοι τις ζήσαμε και όπως τις ζήσαμε, εκείνο που συναντούμε είναι την απόλυτη εν πολλοίς φρίκη. Μοιραίως, και πάντοτε επωδύνως, ψηλαφούμε τα σπαράγματα της ζωής μας, γι’ αυτό κι η επιστροφή καθίσταται ιδιαζόντως σκληρή. Συντριπτική και πάλι. Πρόκειται για μια εμπειρία ανυπέρβλητης οδύνης και οργής για όσα έχουν συντελεσθεί, για ένα λαό που τον κατασπάραξαν τα θηρία της ιστορίας, ο δόλος των δυνατών κι η εθνική αθλιότητα και μωρία, που συνεχίζει ακάθεκτη μέχρι σήμερα.

Επώδυνη και συντριπτική είναι για όλους μας πάντοτε η επιστροφή στη μνήμη, που κατέστη προ πολλού έμμονο πάθος. Και τούτο, καθώς μας πάει στο απόλυτο σχεδόν κενό, με ό,τι έχει απομείνει στη βεβηλωμένη και λεηλατημένη πατρίδα μας, με τη νέα Τουρκοκρατία που μας προέκυψε.

Ζούμε, επιπλέον, όμως, και στους χρόνους της σύγχυσης. Της ταραχής. Του πάθους και των παθών. Της αθλιότητος. Γυμνοί είμαστε εδώ και καιρό. Και μόνοι. Έχουμε συγχρόνως εισέλθει προ πολλού στα τοπία της λήθης. Γι’ αυτό και προ πολλού έχουμε αφήσει πίσω μας όσα μας πόνεσαν και μας συνέθλιψαν στον τόπο της ιστορίας. Κι αυτό είναι ανθρώπινο, εν πολλοίς. Όμως εκείνο που συμβαίνει, κατά τρόπον πρωτοφανή, είναι η μεθοδευμένη προσπάθεια διαγραφής των γεγονότων, η παραχάραξή τους, η διαστροφή τους, η ισοπέδωση των πραγμάτων, στο πλαίσιο μιας μεθοδευόμενης επιβολής ενός άθλιου συμβιβασμού, που θα οδηγεί, στην ουσία, στην εγκατάλειψη και παράδοση της πατρίδος μας. Έτσι έννοιες και συνθήματα και προτάσεις νεοφανείς εισήλθαν προ πολλού τεχνηέντως στη ζωή μας και στον καθ’ ημέραν βίο μας, προκειμένου να διαγραφούν όλα εκείνα τα εγκλήματα της ιστορίας από μέρους των Τούρκων, αλλά και οι ενεδρεύοντες κίνδυνοι.

Μια συνωμοσία σιωπής μας συνοδεύει και μας παρακολουθεί καθημερινά, συνεργούντων όλων ημών, μια ανάδειξη της λήθης ως τρόπου σωτηρίας, ένας υπόγειος κατατρεγμός και χλευασμός όλων εκείνων που επιμένουν στα τοπία της μνήμης, όλων εκείνων που αρνούνται να λησμονήσουν. Όμως, όπως υπέδειξε άλλοτε ο Μίλαν Κούντερα, όλη η ιστορία θα κριθεί στον βαθμό που η λήθη θα επικαλύψει τη μνήμη. Μνήμη, λοιπόν, και εμμονή και θάρρος να υπεραπισθούμε την πατρίδα μας. Όλα τα άλλα είναι υποκριτικές μεθοδεύσεις όλων εκείνων που έρχονται συνήθως ντυμένοι σαν φίλοι, προκειμένου να επιβάλουν τις θελήσεις τους, αυτές των δυνατών του κόσμου τούτου.

Σκέφτομαι πώς παρέμεινε αυτός ο τόπος ελληνικός μέσα στους αιώνες. Τι είναι αυτό που τον κράτησε. Και αποκαλύπτομαι στη δύναμη της ψυχής του τυραννισμένου μας λαού, του Ελληνισμού της Κύπρου, στον τόπο της ιστορίας. Στην αντοχή και την καρτερία του. Με εκείνη την πρωτοφανή και ιδιάζουσα εσωστρέφεια και σιωπή που τον διακρίνει. Αγογγύστως. Ίσως αυτό μας δίδαξε μέσα στους αιώνες η ιστορία. Που είναι μια ιστορία διωγμού και κατατρεγμού, και σφαγής και θανάτου, αλλά και εθνικής εγκατάλειψης. Αυτόν τον μοναχικό δρόμο ακολουθούμε στον τόπο της ιστορίας οι Έλληνες της Κύπρου. Εν Χριστώ. Αλλά και ως Έλληνες του καημού. Γι’ αυτό και αντέξαμε.

Το τελευταίο μας καταφύγιο παραμένει η ψυχή μας. Και συνακόλουθα η παιδεία και όσα ως μνήμη κουβαλούμε εντός μας. Θυμάμαι τώρα τον λόγο του Αγίου Κοσμά του Αιτωλού: «Το κορμί σας ας σας το καύσουν, ας σας το τηγανίσουν, τα πράγματά σας ας σας τα πάρουν, μη σας μέλη, δώστε τα, δεν είναι εδικά σας. Ψυχή και Χριστός σας χρειάζεται. Ετούτα τα δύο όλος ο κόσμος να πέση, δεν μπορεί να σας τα πάρη, έξω αν τύχη και τα δώσετε με το θέλημά σας. Αυτά τα δύο να τα φυλάγετε να μην τύχη και τα χάσετε». Γι’ αυτό και οφείλουμε να υπερασπισθούμε τη μνήμη και την ιστορία μας. Την Ορθοδοξία και τον Ελληνισμό, σ’ αυτό το έσχατο, ανατολικό άκρο του Έθνους.

ΝΙΚΟΣ ΟΡΦΑΝΙΔΗΣ