Συμπληρώθηκαν σαράντα χρόνια από την τουρκική εισβολή στην Κύπρο. Τα εγκλήματα των «ειρηνοποιών» του Αττίλα, καθ’ όλο αυτό το διάστημα, εξακολουθούν να υφίστανται. Κατοχή, εποικισμός, καταστροφές και λεηλασίες πολιτισμικών μνημείων, περιφρόνηση του διεθνούς δικαίου. Το από πολλών δεκαετιών σχέδιο για τουρκοποίηση της Μεγαλονήσου έχει μπει σε εφαρμογή με βήματα αργά αλλά σταθερά και αταλάντευτα. Η αλλοίωση των πληθυσμιακών δεδομένων είναι πια γεγονός.

Ο ελληνισμός της νήσου αποτελεί ήδη μειοψηφία. Οι τουρκικοί οικισμοί στα κατεχόμενα μεγεθύνονται, κατά παράβαση των διεθνών κανόνων που απαγορεύουν τη μεταφορά πολιτών κατοχικής δύναμης σε κατεχόμενα εδάφη. Οι Διεθνείς Οργανισμοί παρατηρούν απαθώς τα συντελούμενα στην Κύπρο και κατά καιρούς εκδίδουν «για τα μάτια του κόσμου» και κάποιο ψήφισμα, με το οποίο «καταδικάζουν» τις ενέργειες της Τουρκίας και των φερεφώνων της στο κατεχόμενο τμήμα.

Ο χρόνος στο μεταξύ κυλάει, η γειτονική χώρα τον ροκανίζει και παράλληλα συνεχίζει να «εγγυάται» την ειρήνη στην περιοχή και να «προστατεύει» τους Τουρκοκυπρίους από την «αδιαλλαξία» της Κυπριακής Δημοκρατίας, την οποία δεν αναγνωρίζει και την αποκαλεί ''ελληνοκυπριακή διοίκηση''. Από την άλλη προσέρχεται στις συνομιλίες για εξεύρεση λύσης, η οποία καθυστερεί, καθώς διατείνεται, λόγω της ολιγωρίας που επιδεικνύει η ελληνοκυπριακή πλευρά. Προσέρχεται σε συνομιλίες, τη διαπραγματευτική βάση των οποίων θέτει η ίδια, αφού δεν χάνει ευκαιρία να καθιστά σαφές ποια λύση επιδιώκει.

Λύση, δηλαδή, που θα λαμβάνει υπόψη την πραγματικότητα που έχει διαμορφωθεί σήμερα και όχι εκείνη που υπήρχε το 1974, όπως χαρακτηριστικά δηλώνει ο κατοχικός ηγέτης Ντερβίς Έρογλου. Με άλλα λόγια, λύση που θα προβλέπει την παραμονή όλων των εποίκων και τη μη επιστροφή των εδαφών στους Ελληνοκύπριους.

Στα εδάφη αυτά, έλεγε πριν λίγο καιρό ο «υπουργός εξωτερικών» Οζντίλ Ναμί, έχουν γίνει από την Τουρκία επενδύσεις τέτοιας έκτασης, που καθιστούν την επιστροφή τους ανέφικτη. Ωστόσο, παρά το θράσος της η Τουρκία βρίσκει ευήκοα ώτα στους κόλπους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στην οποία φιλοδοξεί να ενταχθεί. Χωρίς να εγκαταλείπει τους στόχους για την πλήρη κυριαρχία της στην Κύπρο, βρίσκει υποστηρικτές που συμμερίζονται την ανάγκη για διευκόλυνση και επιτάχυνση των διαδικασιών, για να γίνει μέλος της ευρωπαϊκής οικογένειας. Το ερώτημα όμως που προκύπτει είναι τι κάνει η ελληνοκυπριακή πλευρά.

Με δεδομένη την τουρκική πολιτική στο κυπριακό πρόβλημα, οι συνομιλίες δεν φαίνεται ότι θα σηματοδοτήσουν κάποια εξέλιξη. Αν τα πράγματα οδηγηθούν σε αδιέξοδο, που είναι και το πιο πιθανό, έχει διαμορφώσει την πολιτική που θα ακολουθήσει;

Μήπως τότε θα είναι αργά για τη χάραξη μιας διεκδικητικής στρατηγικής; Μήπως πρέπει τώρα όλες οι πολιτικές δυνάμεις της Μεγαλονήσου να συμφωνήσουν στη χάραξη μιας νέας πορείας που θα είναι απαλλαγμένη από εσφαλμένους χειρισμούς του παρελθόντος και θα εγκαινιάζει μια νέα εθνική στρατηγική; Ο χρόνος πάντως πιέζει και όσο περνά, η θηλιά στον λαιμό του Ελληνισμού θα σφίγγει. Οι «φίλοι» τραβούν όλο και περισσότερο το σκοινί. Αφύπνιση θα υπάρξει;

ΜΑΝΩΛΗΣ ΣΤΕΡΓΙΟΥΛΗΣ
Φιλολόγος-Σχολικός Σύμβουλος