Μετά τις 20 Ιουλίου πήρα την πολυπόθητη άδειά μου. Λόγω ασθενούντος στην οικογένεια αποφασίσαμε, για πρακτικούς λόγους, να περάσουμε τις διακοπές μας στην πόλη. Δεν πειράζει, είπαμε, μια που μας έπιασε κι αυτή η κρίση απ’ το λαιμό και δεν μας αφήνει με τίποτα, ας χαλαρώσουμε στη θαλπωρή του σπιτιού μας. Αμ δε… ευσεβής πόθος.

Στη μικρούλα μας Λευκωσία, λοιπόν, στη γειτονιά που γεννήθηκα και ζω μέχρι σήμερα, μόλις τώρα συνειδητοποίησα πόσο άλλαξαν τα πράγματα. Βλέπετε, όταν λείπεις από το σπίτι 10-12 ώρες ημερησίως λόγω δουλειάς και άλλων υποχρεώσεων, δεν γνωρίζεις τι γίνεται έξω από την πόρτα σου. Με την πρώτη αυγούλα, γύρω στις 6.30-7.00 το πρωί αρχίζει το πρώτο σκυλί να γαβγίζει από το μπαλκόνι της απέναντι πολυκατοικίας, που ίσως το βγάζουν για να απολαύσει το πρωινό δροσερό αεράκι. Αμέσως παίρνουν το μήνυμα ένα-ένα τα υπόλοιπα σκυλιά της γειτονιάς και τότε ολοκληρώνεται η χορωδία γαβγισμάτων, με ενδιάμεσα διαλείμματα φυσικά, συνήθως μέχρι τις 10 το βράδυ! Προς Θεού, δεν έχω οτιδήποτε εναντίον των ζωντανών, αντίθετα είμαι ζωόφιλη, αφού σε μικρότερη ηλικία, έχοντας λιγότερες υποχρεώσεις, είχα κι εγώ το δικό μου σκυλί. Γι’ αυτό και γνωρίζω πως το παιδί σου και το σκυλί σου συμπεριφέρεται όπως το μάθεις.

Και μιας και αναφέρθηκα σε παιδιά, είμαι επίσης μητέρα δύο παιδιών, άρα δεν έχω ούτε κατά των παιδιών οτιδήποτε, το αντίθετο μάλιστα. Έτσι έχω την ευτυχία στη γειτονιά μου να βλέπω συχνά αυτά τα αξιολάτρευτα πλασματάκια. Αυτά τα αγγελούδια λοιπόν, ζωή να έχουν, τσιρίζουν οποιαδήποτε ώρα της ημέρας αδιακρίτως. Μέσα στο καταμεσήμερο, ώρα κοινής ησυχίας, λέμε τώρα, εκεί που έχεις κλείσει τα μάτια σου μιας και δεν βιάζεσαι να πας στη δουλειά, και αφού τα τετράποδα αποφάσισαν να ξεκουραστούν για λίγο αποκαμωμένα απ’ τη ζέστη, ακούγεται η πρώτη τσιρίδα, «γκοοολ» και πετάγεσαι έντρομος. Ακολουθεί η εξίσου δυνατή φωνή του περήφανου πατέρα που έβαλε γκολ το βλαστάρι του, «μπράβο, μάνα μου, πιο δυνατά». Στη συνέχεια βγαίνει η θυμωμένη και τσιριχτή φωνή της γιαγιάς μέσα από το διαμέρισμα -δεν χρειάζεται να βγει έξω για να ακουστεί- «μεν μου σπάσετε τες γλάστρες μου, ακούετεεεε;». Και την ακούμε εμείς από απέναντι, αλλά όχι ο κανακάρης της και το βλαστάρι του.

Ένα διάλειμμα ησυχίας -έτσι για αλλαγή από τη ρουτίνα- η ώρα έχει πάει 3.45, σε λίγο τελειώνει η ώρα κοινής ησυχίας, και ως γνήσιοι Έλληνες τηρούμε το αρχαίο ρητό «το γοργόν και χάριν έχει», οπότε η γειτονιά αποφασίζει να θέσει τέρμα στην κοινή ησυχία. Έτσι η ολιγόλεπτη σιωπή σπάει με το συνεχές κορνάρισμα ενός αυτοκινήτου. Ανοίγω αγανακτισμένη το παράθυρο διερωτώμενη αν έγινε κάτι, ή αν απλώς κάποιος ξεκουφάθηκε και δεν ακούει την ίδιά του την κόρνα.

Διαπιστώνω έκπληκτη ότι ήταν μια ηλικιωμένη κυρία που στάθμευσε έξω από τη γωνιακή πολυκατοικία, κορνάροντας ασταμάτητα για πέντε ολόκληρα λεπτά, μέχρι που έκανε την εμφάνισή της μια άλλη κοκεταρισμένη γηραιά κυρία, σαν μόλις να βγήκε από παρισινή βιτρίνα. Μπήκε στο αυτοκίνητο και έφυγαν ευτυχισμένες για τη βόλτα τους μέσα στο λιοπύρι, έχοντας ξεσηκώσει ήδη ολόκληρη τη γειτονιά, μαζί με τα σκυλιά της. Βγήκαν κι αυτά στα μπαλκόνια για τη χορωδία τους και το όλο πανδαιμόνιο διανθίστηκε από τα ουρλιαχτά ενός αξιολάτρευτου παιδιού σε άλλο μπαλκόνι, να φωνάζει «εν το θέλω, εν θα το πιω». Αμέσως ήρθε η στοργική και ευγενική φωνούλα της μητέρας, πλήρης μητρικής αγάπης και ανησυχίας για το παιδάκι της, βεβαίως σε τσιριχτό τόνο για να του δώσει να καταλάβει, «αν δεν το πιεις εν να σου το λούσω, εκατάλαβεεες;».

Μετά τις 11.00 το βράδυ, αφού επικράτησε ηρεμία για καμιά ωρίτσα, ξεκινούν τα παραπονιάρικα γαβγίσματα ενός καημένου λαμπρατόρ, που οι φιλόζωοι ιδιοκτήτες του εκείνη την ώρα το κλειδώνουν στο μπαλκόνι, απολαμβάνοντας οι ίδιοι τη δροσιά του κλιματιστικού τους. Μέχρι τη μια τα μεσάνυκτα που έχει αποκάμει από το κλάμα, κοιμάται κι αυτό, και εκτός απροόπτου κοιμάται και η υπόλοιπη γειτονιά.
Ευτυχώς τελειώνουν οι διακοπές μου και θα γυρίσω στη θαλπωρή του γραφείου μου. Με το άγχος να προλάβω να διεκπεραιώσω εγκαίρως τη δουλειά μου, την γκρίνια όλων για την κρίση και όσα μας έχουν κάνει οι πολιτικοί και οι τραπεζίτες, αλλά ας είναι. Θα περάσει κι αυτό μέχρι τις επόμενες υπέροχες διακοπές…

ΑΓΝΗ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ