Κοντεύουν εξήντα χρόνια τώρα (για την ακρίβεια πενήντα οκτώ) από τότες που οι Άγγλοι αποικιοκράτες μάς εξόριζαν - τη μέρα που δημοσιευόταν απόσπασμα από το ημερολόγιο του Διγενή - έξι συνολικά αγωνιστές από τις Κεντρικές Φυλακές της Λευκωσίας στις φυλακές του Wormwood Scrubs του Λονδίνου. Κι αυτό, γιατί θεωρηθήκαμε «άκρως επικίνδυνοι» κατάδικοι (terrible terrorists, μας αποκάλεσε τη μέρα της μεταφοράς μας μια λονδρέζικη εφημερίδα), γι’ αυτό κι έπρεπε να μετακινηθούμε σε μέρος ασφαλέστερο. Και σαν τέτοιο επέλεξαν τις μεσαιωνικές φυλακές του Γουέρμγουντ Σκραπς.

Το ημερολόγιο των φυλακών («Τα τετράδια των φυλακών», όπως το τιτλοφορεί), του Ρένου Κυριακίδη, που άρχισε να καταγράφεται τον Αύγουστο του 1957 - ένα χρόνο μετά την εξορία μας στις αγγλικές φυλακές - και που επισημάνθηκε «απείρακτο» στα 1962, «φαγωμένο όμως από την υγρασία και τον σκώρο», ξανά αποξεχασμένο όμως, για να επαναεπισημανθεί στα 2013 και να εκδοθεί, μεγαλόσχημο, σε χαρτί άρτια εκτυπωτικά φροντισμένο, συνιστά ένα σπάνιο, πολύτιμο ιστορικοπολιτικό spectrum, που αποδίδει παραστατικότατα ανάγλυφο το ανεπιτήδευτο της εποχής ήθος και ύφος.

Μέρα τη μέρα, ο Ρένος Κυριακίδης δίνει το στίγμα του αγώνα και της αγωνίας, των αλλεπάλληλων ψυχικών συνειρμών και των ψυχικών συγκλονισμών αλλά και της αταλάντευτης πίστης στην τελική δικαίωση, στην οριστική καταξίωση της ηθικής και του δίκιου πάνω στη βάρβαρη και τη κτηνώδη βία, των αρχικά έξι και σταδιακά είκοσι Κύπριων ανταρτών στις βρετανικές φυλακές του Wormwood Scrubs πριν διαχωριστούν - ύστερα από μια απεργία πείνας τόσο για την αυτοδιάθεση, όσο και κατά των βασανιστηρίων των Βρετανών στην Κύπρο - οι δέκα στις φυλακές του Maidstone του Kent κι οι άλλοι δέκα τις φυλακές του Wakefield.

Στο ημερολόγιο καταχωρίζονται όλες οι προσπάθειες των Κύπριων ανταρτών να τύχουν μιας στοιχειώδους ιατρικής περίθαλψης - τα διαβήματα μιας τριμελούς επιτροπής με τον γράφοντα μέλος της, στις φυλακές του W.S. - στις προσπάθειές τους να αναβαθμίσουν τον γνωσιολογικό τους κύκλο με την εισαγωγή αξιόλογων βιβλίων (ο γράφων εισάγει έργα αξιόλογα σύγχρονης ελληνικής γραμματείας), η αγωνία κι ο αγώνας τους για τις εξελίξεις στη μαχόμενη ιδιαίτερη πατρίδα και οι δραματικές προσπάθειες απόδρασης, ακόμα και από το τόσο απόμακρο από τη μαχόμενη πατρίδα βρετανικό έδαφος κι άλλα πολλά και συμπαρομαρτούντα στοιχεία.

Εκείνο, όμως, που απρόσμενα παρεισφρύεται, είναι το συγκλονιστικό κυπριακό ηθογραφικό στοιχείο που καθρεφτίζεται ολοζώντανο στα δυο πολυσέλιδα διηγήματα (νουβέλες) του συγγραφέα (οι «Αγαπημένες αναμνήσεις», το πρώτο, με κάπου σαράντα σελίδες και το δεκασέλιδο, «Ο ήλιος μας», το δεύτερο, που με το πρωτοχάραγμα της ανατολής να δίνει το δικό του στίγμα, με το αδύνατο φως να δυναμώνει και ν’ απλώνεται σ’ όλη τη βουνογραμμή, κι ύστερα να πετιέται στ’ αντίπερα βουνά και σαν δρόσος να κατεβαίνει στα περβόλια και στις λαγκαδιές και γαληνά κι αβίαστα να φέρνει το πρωτοξύπνημα στην κοιμισμένη φύση.

Όμορφο, καλογραμμένο, ολοζώντανο το βιβλίο αναγεννά αποξεχασμένες μνήμες, συνεπιφέρει ρίγη συγκίνησης, αγώνα και αγωνίας πρωτόφαντης.

ΠΕΤΡΟΣ ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ