Αναμφισβήτητα, η βία στα γήπεδα είναι ένα σοβαρό πρόβλημα που ταλανίζει την κοινωνία μας και οι προσπάθειες για αντιμετώπιση της μάστιγας αυτής είναι αναγκαίες. Παρ' όλα αυτά, συχνά η πολιτεία καταχράται της νομοθετικής της εξουσίας και στο όνομα αόριστων εννοιών όπως η «δημόσια τάξη» ή το «γενικό συμφέρον» εισάγει μέτρα που περιορίζουν υπέρμετρα τις ατομικές ελευθερίες των πολιτών. Με αφορμή τον άρτι τροποποιηθέντα Νόμο για την Πρόληψη και Καταστολή της Βίας στους Αθλητικούς Χώρους (2014) (ο «Νόμος»), θα επιχειρηθεί μια σύντομη ανάλυση των διατάξεων για την «κάρτα οπαδού» υπό το πρίσμα του δικαιώματος στην ιδιωτική ζωή.
Εν πρώτοις, η ιδιωτική ζωή και τα προσωπικά δεδομένα αποτελούν ιδιαιτέρως ευαίσθητα ζητήματα που έχουν να κάνουν με τον πυρήνα της ανθρώπινης προσωπικότητας και γι' αυτό απαιτείται η επαρκής θωράκισή τους. Τα δύο αυτά δικαιώματα προστατεύονται από τη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση (άρθρο 6) και τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (άρθρα 7-8). Οι ρηθείσες διατάξεις αποτελούν μέρος της κυπριακής έννομης τάξης, σύμφωνα με το άρθρο 1Α του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Η ιδιωτική ζωή προστατεύεται και από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ - άρθρο 8) και από το άρθρο 15 του Συντάγματος . Επίσης, υπάρχει ειδικός νόμος της ΚΔ για την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, ο οποίος προβλέπει και τον διορισμό αρμόδιου Επιτρόπου. Καθώς οι διατάξεις αυτές έχουν αυξημένη τυπική ισχύ θα πρέπει να τηρούνται κάποιες αυστηρές προϋποθέσεις για τον περιορισμό τους («περιορισμοί των περιορισμών»).
Δηλαδή, τα περιοριστικά μέτρα θα πρέπει να έχουν αντικειμενικό και απρόσωπο χαρακτήρα, να μη θίγουν τον πυρήνα του δικαιώματος και να είναι κατάλληλα και αναγκαία για την επίτευξη του επιδιωχθέντος σκοπού (αρχή αναλογικότητας).
Σημαντικά ζητήματα συνταγματικότητας τίθενται σχετικά με τις διατάξεις για το Μητρώο Κατόχων Κάρτας Φιλάθλου ή αλλιώς «κάρτα οπαδού». Για να συμπεράνουμε αν το μέτρο αυτό είναι θεμιτό, θα πρέπει να το αξιολογήσουμε με βάση τις προϋποθέσεις που τίθενται από τους «περιορισμούς των περιορισμών».
Το προτεινόμενο μέτρο είναι αντικειμενικό και απρόσωπο και, κατ' αρχήν, δεν φαίνεται να πλήττει τον πυρήνα των δικαιωμάτων στην ιδιωτικότητα και την προστασία των προσωπικών δεδομένων (να περιοριορίζει εκτεταμένα ή να εμποδίζει πλήρως την άσκησή τους).
Όμως, το μέτρο αυτό πρέπει να συμμορφούται με την αρχή της αναλογικότητας. Εφόσον ο Νόμος στοχεύει στην πρόληψη και καταστολή της βίας, είναι δύσκολο να γίνει αποδεκτό πως η συλλογή δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα αποτελεί κατάλληλο (πρόσφορο για την πραγμάτωση του τεθέντος σκοπού), αναγκαίο (να προκαλεί τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό) και αναλογικό (η αναμενόμενη ωφέλεια να προκαλεί λιγότερο κόστος) προς τούτο μέσο.
Με τη συλλογή, αποθήκευση και επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων χιλιάδων φιλάθλων δεν προλαμβάνονται, ούτε καταστέλλονται πράξεις βίας στα γήπεδα, παρά μόνο πιθανόν να υποβοηθείται η σύλληψη των δραστών. Βέβαια, οι συλλήψεις είναι καθήκον της Αστυνομίας και υπό κανονικές συνθήκες δεν θα χρειάζονταν οι κάμερες και η συλλογή προσωπικών δεδομένων για να υποκαταστήσουν τις αρμοδιότητες των οργάνων της τάξης. Το αποτέλεσμα θα είναι να «φακελωθούν» χιλιάδες πολίτες υπό τον φόβο διάπραξης αδικημάτων από μερικές εκατοντάδες. Εξάλλου, ούτε στο Ηνωμένο Βασίλειο -το σύστημα το οποίο πολλοί επικαλούνται- υπάρχει «κάρτα οπαδού».
Καταλήγοντας, τονίζεται πως ανωτέρω εξετάστηκαν μόνο μερικά από τα ζητήματα που ανακύπτουν από την τροποποίηση του επίμαχου Νόμου, τα οποία ο γράφων θεωρεί θεμελιώδη από πλευράς ατομικών δικαιωμάτων. Ο υπό κρίση Νόμος περιλαμβάνει αντισυνταγματικές διατάξεις και προσβάλλει το δικαίωμα στην ιδιωτικότητα και την προστασία των προσωπικών δεδομένων.
Ναι μεν ο αθλητισμός και κατ' επέκτασιν η δημόσια τάξη πρέπει να προστατευθούν από τη βία, όμως, δε θα πρέπει να μη λησμονούμε ότι η ύψιστη προτεραιότητα των δημοκρατικών πολιτειών είναι η διαφύλαξη των δικαιωμάτων του ανθρώπου. Αν ένα κράτος δεν τηρεί αυτή τη θεμελιώδη υποχρέωσή του, τότε ρέπει προς τον ολοκληρωτισμό και προσβάλλει την προσωπικότητα των πολιτών του.
ΝΙΚΟΛΑΣ Α. ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ
Υποψήφιος Διδάκτορας Διεθνούς Δικαίου