Σε μαύρες επετειακές ώρες, που οι ματωμένες μνήμες αναμοχλεύουν τα νεκροταφεία των διχασμών και οι πολιτικές διαφωνίες δεν αφήνουν τα βογγητά της σκλαβιάς να χτυπούν την πύλη της συνείδησης, αποδεικνύουμε άλλη μια φορά πως στα ελληνικά ημερολόγια καταγράφεται η ειδικότητά μας να εκμεταλλευόμαστε το παρελθόν και να καταστρέφουμε το μέλλον, παρακάμπτοντας τις υπαγορεύσεις της λογικής και του εθνικού συμφέροντος και επιδιώκοντας στις διαμάχες των σκοπιμοτήτων εξασφάλιση του κομματικού μέλλοντος αντί επιτέλεση του χρέους προς την πατρίδα. Διαγράφουμε με πολιτικές πονηριές όσα οφείλαμε να θυμόμαστε και να αναλύουμε αντλώντας σοφία και ιεραρχούμε στις προτεραιότητές μας όσα οι κομματικές επιλογές υποβάλλουν στις εξουσιαστικές αναρριχήσεις.
Προ ημερών παραμορφώσαμε το πρόσωπο της ανάγκης. Παρακάμψαμε την υποχρέωση ειλικρινούς αντίστασης στην ασύνειδη έστω κίνηση του Βενιζέλου στη σκακιέρα της πολιτικής ατεχνίας. Για λόγους «εθνικού συμφέροντος»(!) ακολουθήσαμε την τακτική συνδιαλλαγής ακόμα και για την πρωτοφανή επιτιμητική διπλωματική διακοίνωση, που έπρεπε να απαιτήσουμε την απόσυρσή της και μάλιστα επιχειρηματολογώντας με την υπενθύμιση των ιστορικών δεδομένων που μαρτυρούν ότι δεν είναι η πρώτη φορά που η αθηναϊκή εξωτερική διπλωματία ακολουθεί αρνητική τακτική έναντι των δικαίων του κυπριακού Ελληνισμού. Και τα δεδομένα καταγράφονται από την υποτελή στους ξένους πολιτική διαρκούσης της επαναστάσεως, με αντίδραση στις αξιώσεις των εθελοντών επαναστατών από την Κύπρο και αργότερα στην κώφευση έναντι των αναφορών του εκ μητρός Κυπρίου Ιωάννη Καποδίστρια για την ιδιαίτερη πατρίδα.
Ύστερα ο Αλέξανδρος Ζαΐμης κατ’ εντολήν Γλύξμπουρκ δεν αξιοποίησε το 1915 την αγγλική πρόθεση για την απόδοση της Κύπρου έναντι βάσεως στο Αργοστόλι. Αργότερα διεκόπη η γραμμή που ο Ελευθέριος Βενιζέλος πρότεινε διά του υπομνήματος Παρισίων στον Λόιντ Τζορτζ, στην εξέλιξη των διασυμμαχικών διασκέψεων, για την Κύπρο (1918). Δεν αξιοποιήθηκαν τα άρθρα 20 και 21 της Συνθήκης της Λωζάννης του 1923. Ούτε έγινε σωστή διαχείριση των συνθηκών πριν, κατά και μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Στο νομικοπολιτικό δίκαιο του Δημοψηφίσματος του 1950 ο Παπανδρέου απάντησε με ρητορική ευκολία πως «η Ελλάς αναπνέει με δύο πνεύμονες, έναν αγγλικό και έναν αμερικανικό» και δεν μπορεί να διακινδυνεύσει να χάσει τον ένα για την Κύπρο! Τον Αύγουστο του 1955 ο ΥΠΕΞ Στ. Στεφανόπουλος, ασθενούντος του Παπάγου, έπεσε παραπατώντας στην τριμερή παγίδα του αγγλικού δόλου. Ένα μήνα μετά, η Αθήνα δεν διέψευσε την τουρκική προπαγανδιστική ατιμία ότι τα Σεπτεμβριανά στην Πόλη προκλήθηκαν από «σφαγές» Τουρκοκυπρίων!
Ο Αβέρωφ, μεσούντος του αγώνα της ΕΟΚΑ, παρενέβαλλε κωλύματα στην αποστολή όπλων, όταν τα καλύτερα τέκνα του λαού μας προχωρούσαν στην αγχόνη με την ελληνική ζητωκραυγή. Ο ίδιος συνομιλούσε μυστικά με τον Φατίν Ρουστού Ζορλού και τον Σέλγουιν Λόιντ, για την Κύπρο στη διασυμμαχική του ΝΑΤΟ στο Παρίσι τον Δεκέμβριο του 1958, προετοιμάζοντας τις συνομιλίες στη Ζυρίχη και στο Λονδίνο τον Φεβρουάριο του 1959 και την υπογραφή του εκτρώματος στο Λάγκαστερ Χάους.
Ενδεικτική η οργή του Μαρκεζίνη σε οπτικογραφημένη συνομιλία μας τον Ιούλιο του 1996, όταν απεκάλυπτε το ιδιόγραφο σημείωμα του Θεοτόκη σε έγγραφο του ΥΠΕΞ «και ό,τι θέλουν οι φίλοι μας οι Άγγλοι»! (Κατ’ απαίτησιν Κυπρίων απελύθη). Όσο για τη διαχείριση των προεκτάσεων της Ζυρίχης, τόσο από την Αθήνα όσο και από τη Λευκωσία, δεν θα ήταν αγενές να τη χαρακτηρίσουμε τεκμήριο ολέθριας ξένης εξάρτησης από τη μια και ακατανόητης ηγεμονικής αλαζονείας από την άλλη, με συνέπειες που έσυραν την πατρίδα στην προδοσία του ’74 και στο επάρατο πραξικόπημα της Χούντας με την κατάληξη της εισβολής, της προδοσίας της ανυπεράσπιστης Κύπρου και της παράδοσής της στον καραδοκούντα Τούρκο εισβολέα και κατακτητή.
Κατά την άποψή μας ο Ευ. Βενιζέλος, η αφέλεια (;) και η ρηματική του διακοίνωση θα ήταν συμφέρον να αντιμετωπιστούν στα πλαίσια αυτών των δεδομένων, εθνικών, ιστορικών, πολιτικών. Ήταν προσωπική τακτική του ηγέτη του ΠΑΣΟΚ και η αποδοχή του πονηρού τουρκικού εγγράφου με «την εκλιπούσα Δημοκρατία» και η διακοίνωση. Άλλωστε δεν ήταν το πρώτο δείγμα της προσωπικής του πολιτικής για την Κύπρο. Θεωρούμε απίθανη εκ των προτέρων συμφωνία του Πρωθυπουργού Αντώνη Σαμαρά μ’ αυτήν τη γραμμή. Και εκβιαστική τη συμπεριφορά Βενιζέλου, που αδίστακτα χρησιμοποιεί την ανάγκη Σαμαρά για κομματική συνεργασία, η οποία αν διακοπεί, θα οδηγήσει στην πτώση της κυβερνήσεως.
Κατά συνέπειαν η Λευκωσία θα ήταν συμφερότερο να ενεργήσει και δημόσια πολύ διαφορετικά, ξεκαθαρίζοντας τα πράγματα, προειδοποιώντας για τις συνέπειες από τις θέσεις Βενιζέλου και βοηθώντας τον Πρωθυπουργό, του οποίου οι θέσεις επί των εθνικών θεμάτων είναι αποδεδειγμένα αξιοπρεπείς. Πιστεύουμε, όμως, ότι κατά την επικείμενη συνάντηση του Προέδρου της Κύπρου με τον Πρωθυπουργό η διπλωματική αποφυγή δεν θα επηρεάζει αρνητικά την ανάγκη διαύγειας στην εθνική πολιτική και με τη σοφία από τα δεδομένα και με την επιταγή της ιστορικής ηθικής. (www.giannisspanos.com)
ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΠΑΝΟΣ




