Τα πρώτα χρόνια μετά την παράνομη στρατιωτική εισβολή** της Τουρκίας εναντίον της Κυπριακής Δημοκρατίας, μέχρι και λίγο πριν από τις λεγόμενες «συμφωνίες κορυφής»*** (1977 και 1979 - Μακαρίου / Κυπριανού - Ντενκτάς), δεν υπήρχε αμφιβολία, τουλάχιστον μεταξύ της πλειοψηφίας των πολιτικών αλλά και των πολιτών της ελεύθερης Κύπρου, ως προς την αντίληψη του κυπριακού προβλήματος.

Ότι, δηλαδή, πρόκειται για θέμα παράνομης στρατιωτικής εισβολής και κατοχής και ότι η Τουρκία, με την επέμβασή της στην Κύπρο, παραβιάζει κατάφωρα τόσο τις ιδρυτικές Συνθήκες της Κυπριακής Δημοκρατίας όσο και βασικές αρχές του Διεθνούς Δικαίου, με πρώτο και κύριο τον Καταστατικό Χάρτη του Ο.Η.Ε. Η θέση αυτή της πολιτικής ηγεσίας του τόπου ήταν σύμφωνη και με όλα τα μέχρι τότε (1977) σχετικά ψηφίσματα του Ο.Η.Ε., καθώς και άλλων Διεθνών και Περιφερειακών Οργανισμών.

Το 1977 και εν συνεχεία το 1979, οι δύο πρώτοι Πρόεδροι της Κυπριακής Δημοκρατίας (Μακάριος και Κυπριανού), στη βάση καθαρά πολιτικών όρων και χωρίς κανένα απολύτως συνταγματικό ή άλλο νομιμοποιητικό έρεισμα, συμφώνησαν με τον εκπρόσωπο μιας ομάδας του λαού της Κύπρου, τους Τουρκοκύπριους, ως αντιπροσώπους του εισβολέα στην προκειμένη περίπτωση, ότι τα εκ των πραγμάτων (de facto) αποτελέσματα της παράνομης τουρκικής στρατιωτικής κατοχής μπορούν να τύχουν, έστω μερικής, νομιμοποίησης (de jure).

Ουσιαστικά, αυτό που συμφωνήθηκε τότε δεν ήταν τίποτα άλλο από τη μετάλλαξη της Κυπριακής Δημοκρατίας σε ένα ομοσπονδιακό μόρφωμα, στο οποίο τα ανθρώπινα δικαιώματα και η γεωγραφία θα μπορούσαν να καθοριστούν στη βάση φυλετικών ή και εθνοτικών κριτηρίων. Μπορεί τότε το συμφωνηθέν πλαίσιο λύσης να μην αναφερόταν σε διζωνική δικοινοτική ομοσπονδία, αλλά το περιεχόμενό του εκεί κατέληγε. Πώς θα ήταν δυνατόν, εξάλλου, να υλοποιηθεί στην πράξη ο από τότε συμφωνηθείς γεωγραφικός και διοικητικός διαχωρισμός των δύο κοινοτήτων; Τούτο αναιρούσε αυτόματα και ένα βασικό σημείο των συμφωνιών Κυπριανού - Ντενκτάς, που έλεγε από τη μια όλοι οι πρόσφυγες στα σπίτια τους και από την άλλη ότι θα προστατεύονταν τα δικαιώματα των Ελληνοκυπρίων στον βορρά.

Εφόσον, εάν επέστρεφαν, θα είχαν πλειοψηφία. Πώς θα εκλεγόταν τότε μόνο τουρκοκυπριακή διοίκηση; Υπάρχει σχετική επί τούτου συνέντευξη του Σπύρου Κυπριανού αναρτημένη στο youtube, με τον δημοσιογράφο Σπ. Κέττηρο (). Πίεσαν, λέει ο Κυπριανού, οι Αμερικάνοι τον Μακάριο για να υπογράψει τις συμφωνίες του '77 για να επισπεύσει τη λύση και ο ίδιος τις «βελτίωσε» σε σχέση με την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων των προσφύγων...

Συνεπώς, η σημερινή κατάληξη σε ό,τι αφορά τη θεώρηση ή και την αντίληψη του κυπριακού προβλήματος, τόσο εντός όσο και εκτός Κύπρου, δεν είναι καθόλου τυχαία. Από πρόβλημα παράνομης στρατιωτικής εισβολής και κατοχής από την Τουρκία μέρους της Κύπρου, το οποίο είχε και σαν αποτέλεσμα τον βίαιο φυλετικό διαχωρισμό (apartheid) του λαού, με στόχο και την εθνοκάθαρση (ethnic cleansing), μετατράπηκε, θεωρητικά τουλάχιστον, σε πρόβλημα μεταξύ δύο ομάδων του λαού ενός ενιαίου κράτους. Παράλληλα, ο κύριος δημιουργός και συντηρητής του προβλήματος, δηλαδή η Τουρκία, ενώ ποδηγετεί, είτε δια της πειθούς είτε διά της βίας, την τουρκοκυπριακή ηγεσία, μπορεί και παρουσιάζεται ως «ανεξάρτητος τρίτος» στις πολιτικές διαδικασίες επίλυσης του κυπριακού προβλήματος.

Λιλιπούτεια κράτη όπως αυτό της Κυπριακής Δημοκρατίας, ελλείψει ισχύος, δεν έχουν την πολυτέλεια να σχοινοβατούν με καθαρά πολιτικούς όρους στη διεθνή αρένα, επιδιώκοντας λύσεις σε διεθνή προβλήματα των οποίων ο τρόπος αντιμετώπισης καθορίζεται σαφώς από κανόνες Συνταγματικού, Ευρωπαϊκού και ευρύτερου Διεθνούς Δικαίου. Οι πολιτικές λύσεις, οι οποίες κατά κανόναν στερούνται νομιμότητας, επιβάλλονται, συνήθως διά της βίας, μόνο από ισχυρά κράτη προς όφελος μόνο των ιδίων.

Είναι για τον προαναφερθέντα λόγο που και η πρώτη βασική αρχή της τουρκικής πολιτικής στο Κυπριακό, όπως καθορίστηκε και επίσημα το 1956 στο σχέδιο ανάκτησης της Κύπρου του καθηγητή συνταγματικού δικαίου Νιχάτ Ερίμ, κατόπιν οδηγιών του τούρκου τότε Πρωθυπουργού Ατνάν Μεντερές, ξεκαθαρίζει ότι οι διεκδικήσεις της Τουρκίας στην Κύπρο πρέπει να στηρίζονται σε καθαρά πολιτικούς και όχι άλλους λόγους.

Στα πλαίσια λοιπόν και των εν εξελίξει συνομιλιών, θα πρέπει τα νομικά ερείσματα να αποτελούν την προμετωπίδα των επιχειρημάτων της ελληνοκυπριακής κυπριακής πλευράς, εφόσον μόνο σε αυτόν τον τομέα μπορούμε να επιδείξουμε κάποια ισχύ. Όπως το επιβεβαιώνουν και οι πρόσφατες εξελίξεις στις συνομιλίες, η πολιτική προσέγγιση των πραγμάτων δεν είναι τίποτε άλλο από κινούμενη άμμο στην οποία κινδυνεύουμε, γι' ακόμη μία φορά, να πνιγούμε.

Μια ζωή δίνουμε πολιτικές ευκαιρίες στην Τουρκία για τον λεγόμενο «έντιμο συμβιβασμό», χωρίς κανένα απολύτως θετικό για την Κυπριακή Δημοκρατία αποτέλεσμα. Ίσως να είναι καιρός, λοιπόν, με σύνεση πάντοτε και προσγειωμένα, να κτίσουμε στο νέο ενεργειακό ισοζύγιο δυνάμεων στην περιοχή, στην πρόσφατη δήλωση του Αντιπροέδρου της υπερδύναμης των ΗΠΑ, ότι η Τουρκία δεν ήρθε με πρόσκληση της Κυπριακής Δημοκρατίας στο νησί και ότι ήδη καθυστέρησε η αποχώρηση του τουρκικού στρατού.

ΑΝΤΡΕΑΣ Γ. ΒΑΡΝΑΒΑ
* Μεταπτυχιακό (Μ.Α.), Πολιτικές Επιστήμες - Διεθνείς Σχέσεις


** Ο όρος «παράνομη στρατιωτική εισβολή της Τουρκίας εναντίον της Κύπρου» πρέπει παντού και πάντοτε να αναφέρεται πλήρως, καθότι σε διεθνές επίπεδο, η έννοια της στρατιωτικής εισβολής / κατοχής (military invasion / occupation) δεν σημαίνει κατ' ανάγκην και κάτι το παράνομο (π.χ. στρατιωτικές επεμβάσεις που έχουν την έγκριση του Συμβουλίου Ασφαλείας του Ο.Η.Ε.).

*** Επισημαίνεται ότι συμφωνίες κορυφής γίνονται μεταξύ διεθνώς ανεγνωρισμένων κρατών και όχι μεταξύ ομάδων πληθυσμού ενός ενιαίου κράτους.