Νάτα μας! Πάλι τα ίδια! Ίσα που τα είχαμε καταφέρει για λίγους μήνες, όλα εντάξει με τις υποχρεώσεις μας στο μνημόνιο (στην πλάτη πάντα του «απλού ανθρώπου») και εύσημα πήραμε και επαίνους για την επιμέλεια στην τήρηση των «γραμμών».
Ξανοιχτήκαμε, μέχρι και ομόλογα εκδώσαμε για να ξοφλάμε λίγα-λίγα χρέη, τέτοια επιτυχία! Τώρα, να λέμε και την αλήθεια, δεν τον φοβόμασταν τον μπαμπούλα των εκποιήσεων, τον τρέμαμε, μα το κρύβαμε σαν τη «νύφη της Δευτέρας» (παλιά έκφραση όταν την επομένη του γάμου η νύφη έπρεπε να εμφανιστεί χαμηλοβλεπούσα και στα μαύρα προς τιμήν της αειμνήστου άρτι απολεσθείσης παρθενίας της). Δειλά-δειλά ψελλίσαμε κάτι «ναι, μεν, αλλά…», «το σπίτι ξέρετε… για τον Κύπριο…», μα οι ανελέητοι δανειστές, με τη χαντζάρα στο χέρι, έτοιμοι να κόψουν κεφάλια.
«Δεν συνεμορφώθητε προς τας υποδείξεις, δεν τηρήσατε κατά γράμμα τα υπεσχημένα». Να ψηφιστεί, μας είπαν, το νομοσχέδιο, αλλιώς λεφτά γιοκ. Σύγκρυα μας πιάνουν, το προλαβαίνουμε το τρένο - το χάνουμε το τρένο. Τέσσερις Σεπτεμβρίου τελευταία διορία και σιγά που θα ζοριστούν αυγουστιάτικα, αντί για διακοπές να ψάχνουν για λύσεις. Κι όλα παίζονται. Και το κύρος, και η υπόσταση και το μέλλον των οικοπέδων μας (όχι στον Άρη, στη θάλασσα). Μέρα μπαίνει, μέρα βγαίνει, το νοίκι τρέχει, οι δόσεις στοιβάζονται απλήρωτες και το μεγάλο ερώτημα: τον βγάζουμε και τον Αύγουστο, λες;
Γύρω σου φάτσες αγέλαστες, ευρώ το δυσκίνητο, μαγαζιά πουλάνε αέρα κοπανιστό, η αγορά θέλει ρευστό και πού να βρεθεί; Η ανασφάλεια σε τυλίγει σαν βρόγχος, αφού με τη σφίξη της κρίσης τα μικρά και ασήμαντα γίνονται μεγάλα και σημαντικά. Τρομάζεις. «Κι αν… λέμε αν… τι θα γίνει;» Έχουμε και τα τρία «Ε» (όχι δεν μιλάμε για τα τρία κακά της μοίρας μας). Ελάχιστο Εγγυημένο Εισόδημα. Να ελπίζουν Σεπτέμβρη-Οκτώβρη με το καλό, που θα δροσίσει, όσοι απ’ αυτούς που δικαιούνται (στην πλειονότητά τους άνθρωποι με ελάχιστες γνώσεις, ηλικιωμένοι, ανάπηροι), να καταφέρουν να συμπληρώσουν τα έγγραφα που ούτε νομικός δεν τα βγάζει πέρα μαζί τους. (Κάποια φήμη πως έγιναν έτσι επίτηδες για να αποτρέψουν όσο γίνεται περισσότερους από τού να αποταθούν για επίδομα, ελέγχεται ως απλή υποψία).
Οι μη δυνάμενοι, μπορούν να απολαύσουν τη θάλασσα -ας είναι καλά η τηλεόραση- (φάτε μάτια ψάρια!) και να καίγονται μες την υγρασία και την άπνοια. Αν τολμήσουν, ας δοκιμάσουν ανεμιστήρα (σκέψη περί κλιματισμού θεωρείται καθαρός σαδισμός), και για τη λιποθυμία στη θέα του λογαριασμού για την κατανάλωση ρεύματος, όταν θα έρθει, κάποιος θα βρεθεί να τους συντρέξει, όχι οικονομικά, μα με κανένα φούσκο, να ’ρθουν στα ίσα τους. Τι να φοβηθούν; Φοβάται ο μουσκεμένος ώς το κόκαλο, βροχή; Σιγά που θα φοβηθεί ένα φούσκο ο «απλός άνθρωπος» στο όνομα του οποίου σφάζονται παλληκάρια, εσχάτως δε, και κορίτσια!
Με τόσους φούσκους που έχει φάει τώρα πια!..
Κατά τα άλλα, τα πράγματα, λέει, στρώνουν, προωθούνται, λέει, σχέδια, κυνηγούνται, λέει, επενδύσεις, έρχεται, λέει, ανάπτυξη. Κατά τα άλλα, καλό καλοκαίρι! «Τζιαι ’μεις καλώς σας ήβραμεν».
ΑΛΕΚΑ ΓΡΑΒΑΡΗ-ΠΡΕΚΑ




