Η τουρκική εισβολή στην Κύπρο που πραγματοποιήθηκε σε δύο φάσεις, τον Ιούλιο και τον Αύγουστο του 1974, αποτελεί μια σοβαρή παραβίαση των κανόνων του Διεθνούς Δικαίου που αφορούν στην απαγόρευση χρήσης βίας και θεμελιωδών κανόνων του Διεθνούς Ανθρωπιστικού Δικαίου και του Δικαίου των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Σαράντα χρόνια μετά τις τραγικές εκείνες μέρες του Ιουλίου και του Αυγούστου, το νησί παραμένει διαιρεμένο και το βόρειο τμήμα του υπό την κατοχήν του τουρκικού στρατού, ενώ υπάρχουν συνεχιζόμενες παραβιάσεις των κανόνων του Διεθνούς Δικαίου.

Η απαγόρευση της χρήσης βίας στο Διεθνές Δίκαιο αποτελεί αρχή εκ των ων ουκ άνευ για την προώθηση των σκοπών του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών, όπως καταγράφονται στον Καταστατικό Χάρτη του Οργανισμού. Το Άρθρο 2(4) του Χάρτη αναφέρει συγκεκριμένα ότι «πάντα τα Μέλη (του ΟΗΕ) θα απέχωσιν εις τας διεθνείς αυτών σχέσεις της απειλής ή χρήσεως βίας κατά της εδαφικής ακεραιότητος ή της πολιτικής ανεξαρτησίας οιουδήποτε Κράτους ή καθ’ οιονδήποτε άλλον τρόπον ασυμβίβαστον προς τους σκοπούς των Ηνωμένων Εθνών», ενώ το Άρθρο 2(7) απαγορεύει την επέμβαση οποιουδήποτε κράτους σε ζητήματα που ανήκουν ουσιαστικά στην εσωτερική δικαιοδοσία άλλου κράτους. Είναι πασιφανές ότι η Τουρκία με την εισβολή της στην Κύπρο παραβίασε τους θεμελιώδεις αυτούς κανόνες του Διεθνούς Δικαίου, που αποτελούν μάλιστα αναγκαστικούς κανόνες με αυξημένη ισχύ (jus cogens).

Το Συμβούλιο Ασφαλείας του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών αντέδρασε άμεσα στην τουρκική εισβολή, υιοθετώντας ομόφωνα το Ψήφισμα 353 (1974) στις 20 Ιουλίου 1974, χαρακτηρίζοντας τις πράξεις της Τουρκίας ως σοβαρή απειλή για τη διεθνή ειρήνη και ασφάλεια που δημιούργησε μια πολύ εκρηκτική κατάσταση σε ολόκληρη την περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου. Με το Ψήφισμα 353 καλούνται όλα τα Κράτη-Μέλη του ΟΗΕ όπως σέβονται την κυριαρχία, ανεξαρτησία και εδαφική ακεραιότητα της Κύπρου και απαιτείται ο άμεσος τερματισμός της ξένης στρατιωτικής επέμβασης στην Κυπριακή Δημοκρατία, ζητώντας επίσης την χωρίς καθυστέρηση αποχώρηση από το έδαφος της Κύπρου του ξένου στρατιωτικού προσωπικού.

Μέχρι και σήμερα το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ, η Γενική Συνέλευση του Οργανισμού και άλλοι περιφερειακοί οργανισμοί καταδικάζουν στο υψηλότερο επίπεδο την τουρκική εισβολή, ενώ τα εν λόγω ψηφίσματα επαναλαμβάνουν το παράνομο της συνεχιζόμενης κατοχής και των παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων των αγνοουμένων, των προσφύγων και των εγκλωβισμένων. Το έγκλημα του εποικισμού στο κατεχόμενο τμήμα της Κυπριακής Δημοκρατίας συνεχίζεται, ενώ η Τουρκία, κατά παράβαση και πάλι των κανόνων και αρχών του Διεθνούς Δικαίου, καταστρέφει συστηματικά την πολιτιστική κληρονομιά στα κατεχόμενα. Η μονομερής ανακήρυξη ανεξαρτησίας στις κατεχόμενες περιοχές έχει επίσης καταδικαστεί από τη Διεθνή Κοινότητα και χαρακτηριστεί ως παράνομη με τα Ψηφίσματα 541 (1983) και 550 (1984) του Συμβουλίου Ασφαλείας.

Σειρά σημαντικών νομικών αποφάσεων, που έχουν εκδοθεί από περιφερειακά και εθνικά δικαστήρια, αναφέρονται σε γενικές και επιμέρους παραβιάσεις του Διεθνούς Δικαίου και των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, ενώ η Τουρκία συνεχίζει να τις αγνοεί, να κατέχει παράνομα σχεδόν το 40% του κυπριακού εδάφους και να συνεχίζει την παραβίαση των θεμελιωδών ελευθεριών και δικαιωμάτων των Ελληνοκυπρίων.

ΑΝΤΩΝΗΣ ΣΤ. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ