Ως ελληνισμός βιώσαμε στον αιώνα που πέρασε δύο εθνικές τραγωδίες. Αυτήν της Μικρασίας και αυτήν της Κύπρου. Παγιδευμένοι στα πάθη μας, εις το μέσον των αλλοτρίων σχεδιασμών, με τις μεθοδεύσεις και τους σχεδιασμούς των ξένων, έχουμε οδηγηθεί στη συντριβή και στο αίμα. Μόνο κατά τα μέτρα της αρχαίας τραγωδίας μπορεί να γίνει κατανοητή η ιστορική περιπέτεια του ελληνισμού.
Όπως μας δίδαξε ποιητικώς ο Σεφέρης, σε εκείνο το μοναδικό «Μυθιστόρημα» του ή στα ποιήματά του για την Κύπρο, στο «Κύπρον ου μ’ εθέσπισεν». Όπως μας διδάσκει ο αριστοτελικός ορισμός της τραγωδίας για την κάθαρση των παθών μας. Όπως μας διδάσκει ο Κύριος: Μόνο μεταμελημένοι και μετανοούντες εν Χριστ? θα μπορέσουμε να υπερβούμε την δοκιμασία της ιστορίας.
Γυρίζω, μέρες πού ’ναι στο Θέρος του 1974. Στην Κυθρέα γυρίζω, στο σπίτι της μάνας μου και του πατέρα μου, που δεν υπάρχει πια. Μές στην απέραντη θλίψη γυρίζω και σ’ εκείνα δεινά, που μας προέκυψαν. Με τα αεροπλάνα των Τούρκων, τον καταιγισμό των πολυβόλων, τις βόμβες ναπάλμ, την άδεια πόλη, το άδειο βλέμμα όλων εκείνων που μαζί βιώναμε το κακό. Με την πατρίδα μας ανυπεράσπιστη.
Θυμάμαι την Κυθρέα, τη μάνα μου που με κατευόδωσε, όταν πήρα τους δρόμους για τη Μοίρα του Πυροβολικού, στην οποία ως έφεδρος τότε υπηρέτησα, το μικρό τρανσιστοράκι, όταν επιτέλους άρχισαν τα πολεμικά ανακοινωθέντα. Τώρα που πια έχουμε μεγαλώσει, σκέφτομαι την κενότητα του θριαμβευτικού λόγου από ανθρώπους στρατιωτικούς, που στο επιτελείο φέρθηκαν σαν δειλοί, άβουλοι, έως ηλίθιοι, άλλοι υπηρετούντες αλλότρια συμφέροντα, περιμένοντας οδηγίες από το ΓΕΣ. Ύστερα τα μάθαμε όλα αυτά.
Την Κυθρέα θυμάμαι, που όπως και όλη η κατεχόμενη Κύπρος, είναι ένας τόπος λεηλατημένος και βεβηλωμένος. Όσα συναντά κανείς, παραπέμπουν σ’ ένα τοπίο φρίκης. Όπως εκείνο του Διονυσίου Σολωμού στον «Λάμπρο»: «Και δεν έμεινε μήτε ένα κλωνάρι / Φιλέρημο πουλάκι να καθίση / Το βράδυ την αυγή, να κελαϊδήση.» Εκεί συναντά κανείς τα έρημα τοπία μας, την εξαθλίωση, τη νέα Τουρκοκρατία της βαρβαρότητος και του αφανισμού του Ελληνισμού.
Λεηλατημένες και καταστρεμμένες εκκλησιές, ανεσκαμμένα κοιμητήρια, σπασμένοι σταυροί, σπίτια ερείπια, δρόμοι αγνώριστοι, ξηραμένα δέντρα. Έτσι η Κυθρέα. Έρημη. Αγνώριστη. Έχεις την αίσθηση πως εκείνη η πόλη που έζησες και αγάπησες έχει φύγει οριστικά, έχει απογειωθεί, έχει χαθεί ή καλύτερα έχει αναληφθεί στους ουρανούς. Κι αυτό που απέμεινε είναι η φρίκη. Ένας τόπος άγνωστος, αγνώριστος. Ξένος. Αυτή είναι η φρίκη της Τουρκοκρατίας για την οποία ελάχιστοι μιλούν πια.
Μέσα στον τρόμο και στο φόβο, με τους πολυβολισμούς, τις βυθίσεις των αεροπλάνων, τη σκόνη, τις εκρήξεις περάσαμε εκείνες τις μέρες. Ήδη από τις πρώτες μέρες έφταναν κοντά μας οι πληροφορίες για τα εγκλήματα σε βάρος αμάχων και αθώων αιχμαλώτων στρατιωτών. Για την τουρκική μάχαιρα. Για ένα λαό φοβερό και φρικτό και αδίστακτο, για τα στίφη των βαρβάρων.
Όλα αυτά τα έχουμε πια λησμονήσει. Κανείς πια δεν μιλά. Κι όσα λέγονται παραπέμπουν στη ρητορεία και στο κενό. Κι όμως θά ’θελα να πω για τη Μοίρα, για την 189 ΜΠΠ, που την έσκεπε το χέρι του Θεού. Η μαυροφορούσα εκείνες τις μέρες Παναγία. Ύστερα, είκοσι χρόνια μετά, ήταν η συνάντηση του διοικητή της Μοίρας με το διορατικό άγιο Γέροντα Παϊσιο κι όσα αποκαλυπτικά και εξομολογητιά καταγράφηκαν σ’ εκείνο το «Μαρτυρίες Προσκυνητών - Γέροντας Παΐσιος ? Αγιορείτης 1924-1994», όπου ο άγιος Γέρων μίλησε για τα εκπληκτικά συμβάντα εκείνων των ημερών και την άνωθεν προστασία μας.
Με την ίδια την Παναγία να εισέρχεται στα τοπία της μάχης λέγοντας τότε στον διοικητή: «Ξύπνα, δεν θα πάθετε τίποτε. Αλλά οι Τούρκοι θα μπούνε στο νησί.» Κι ύστερα ο ίδιος να δηλώνει στην αναφορά Μοίρας: «Μη φοβάσθε, δεν θα πάθει κανένας μας τίποτα, διότι το χέρι του Θεού είναι πάνω απ’ τη μονάδα.» Έτσι ακριβώς έγινε. Μόνο διά της χάριτος ?ξήλθαμε ζώντες εκείνες τις μέρες. Αυτά τα ολίγα τα εξομολογητικά εις ανάμνησιν εκείνων των ημερών.
ΝΙΚΟΣ ΟΡΦΑΝΙΔΗΣ




