Κάθε ιστορική επέτειος, ιδιαίτερα τόσο καταστρεπτικές όπως η 15η και 20ή ημέρα του Ιούλη, πρέπει να ακονίζει τη μνήμη και να συντελεί σε αντικειμενική πολιτική ανάλυση, εντοπίζοντας και αναλύοντας τους λόγους για την πορεία των γεγονότων τότε και έκτοτε. Γι’ αυτό και η ουσιαστικά δι’ έργων και όχι ως φραστική ωραιολογία, καταδίκη του δίδυμου εγκλήματος αποτελεί, πέραν από καθήκον, κυρίως ανάγκη, ώστε η μνήμη να συνεχίσει να διατηρείται ζωντανή, με στόχο να αποφευχθούν παρόμοιες πράξεις και ενέργειες, και κυρίως για να ισχύει ως ανέκκλητη δέσμευση για τη συνέχιση του αγώνα, μέχρι και την τελική δικαίωση.
Στην οφειλόμενη κάθε χρόνο καταδίκη του πραξικοπήματος και της παράνομης τουρκικής εισβολής και κατοχής, θα προβληθούν και φέτος λόγοι και αναφορές καταδίκης του, που συνθέτουν τη σε βάρος της Κυπριακής Δημοκρατίας τραγικότητα της αδικίας. Κατάσταση που συνεχίζεται μάλιστα, ενώ από δέκα τώρα χρόνια είμαστε, ως χώρα και λαός, ισότιμο μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, χωρίς όμως να επιτύχουμε η ίδια η Ευρωπαϊκή Ένωση να απαιτήσει την απαλλαγή εδάφους της από τη στρατιωτική παράνομη κατοχή, διαίρεση και εποικισμό! Αντίθετα, η ίδια η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει τη γραπτή δήλωση της Τουρκίας με την αναφορά για «εκλιπούσα» Κυπριακή Δημοκρατία, χωρίς δική μας κρατική σαφή και έντονη διαμαρτυρία, και χωρίς νομικά μέτρα καταδίωξης μιας τέτοιας ανεπίτρεπτης κατά το διεθνές και ευρωπαϊκό δίκαιο τοποθέτησης. Δεν είναι όμως τούτο τυχαίο.
Οφείλεται σ’ αυτό που για 40 χρόνια απουσιάζει: η καταγραφή των δικών μας λαθών και ευθυνών για το πώς φτάσαμε σήμερα στην τόσο δυσχερή κατάσταση, να θεωρούν ο ΟΗΕ και άλλες χώρες την Τουρκία ως χώρα από την οποίαν αναμένουν να συμβάλει με τις «προσπάθειές» της στην επίλυση του κυπριακού προβλήματος. Τούτο, χωρίς αναφορά στην πραγματική φύση του προβλήματος, που είναι ζήτημα παραβίασης διεθνούς δικαίου.
Η επιθυμία του θύματος είναι να επιτύχει λύση, αλλά προφανώς όχι την όποια λύση. Θα πρέπει η λύση να διαφυλάσσει πραγματικά και ουσιαστικά, και όχι ως σύνθημα, όλα και όσα δικαιώματα μάς παρέχει η ιδιότητα του κράτους-μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η επιδίωξη αυτή αποτελεί συνταγματικό, ηθικό και πραγματικό καθήκον που βαρύνει τον καθένα μας. Δεν αρκούν όμως πλέον απλώς οι διαπιστώσεις και οι διακηρύξεις. Απαιτείται έστω και τώρα αλλαγή πορείας και παραδοχή ότι οι εσωτερικές αντιπαλότητες συνέβαλαν στη σημερινή επιδείνωση της θέσης μας, με την πρόσθετη οικονομική υποδούλωσή μας, που την επέφεραν τα ατιμώρητα, επίσης, λάθη και εγκληματικές παραλείψεις κάποιων ευρισκομένων σε θέσεις εξουσίας. Απαιτείται επιτέλους μια νέα πορεία αυτοσεβασμού και ξεκάθαρων διεκδικήσεων. Ο κίνδυνος ήταν και είναι η μεθοδικότητα της επιθετικότητας και της αδιαλλαξίας των τουρκικών διαχρονικών επιθυμιών και της επεκτατικής βουλιμίας της Τουρκίας.
Όσα επεσυνέβησαν τον Ιούλη του 1974 δεν ήσαν τυχαία. Το ίδιο και τα όσα κατά καιρούς εξαγγέλθηκαν από την Τουρκία, και άλλους κακόπιστους «φίλους» από το εξωτερικό για την ύπαρξη δήθεν δύο λαών, δύο κυβερνήσεων, δύο γλωσσών και δύο θρησκειών, με επιστέγασμα τη δήλωση για «αποθανούσα» δήθεν Κυπριακή Δημοκρατία. Είναι προφανές ότι η Τουρκία εκμεταλλεύτηκε και εκμεταλλεύεται τη διαχρονική μας υποχωρητικότητα, που την προσεγγίζει με τη «βεβαιότητα» ότι θα προκύψει το σοβαρό ενδεχόμενο για να υπάρξει τελικά ένα μόρφωμα κρατικό κατά τις επιθυμίες της, έξω και πέραν του κεκτημένου, λόγω νέων δικών μας υποχωρήσεων. Τώρα, με την οικονομική καταστροφή και τις απαιτήσεις της Τρόικας, θα προστεθούν και άλλες πιέσεις για «κλείσιμο» του Κυπριακού, μακριά και έξω από το διεθνές δίκαιο και τον σεβασμό όλων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των αρχών της Δημοκρατίας.
Το ζήτημα είναι τι οφείλαμε να είχαμε πράξει και ακόμη ουσιωδέστερο, τι οφείλουμε να πράξουμε έστω και τώρα, ως κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης αλλά και ως λαός υπερήφανος και αγωνιστής, για να καταστεί, όντως, μάταιη η επιδίωξη της τουρκοποίησης της Κύπρου. Τα διδάγματα, 40 χρόνια μετά τον μαύρο Ιούλη, είναι σαφή: Ουδείς θα διεκδικήσει για εμάς ό,τι εμείς δεν διεκδικήσαμε ή δεν διεκδικούμε ως κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Όσοι αντιστάθηκαν στην κατάλυση της Δημοκρατίας και όσοι χάθηκαν αγωνιζόμενοι κατά της εισβολής, μαζί με όσους άλλους στερούνται για 40 χρόνια σωρευτικά ατομικές ελευθερίες, μας κρίνουν, δικαιωματικά, για ό,τι πράξαμε και κυρίως για ό,τι οφείλουμε να πράξουμε, ώστε η λύση να είναι δίκαιη και για κάθε πρόσφυγα αλλά και για την Κερύνεια, που κάποιοι τη διέγραψαν από τις διεκδικήσεις μας. Οι διαχρονικές υποχωρήσεις μας δεν έφεραν λύση, απλώς συντηρούν και επαυξάνουν τη βουλιμία της Τουρκίας. Άρα, κυρίαρχε λαέ, συνέχισε να πιστεύεις στον αγώνα σου για το δίκαιο. Οφείλεις να διεκδικήσεις δικαίωση, ως θέμα αξιοπρέπειας και δείγμα αντοχής.
ΑΝΔΡΕΑΣ Σ. ΑΓΓΕΛΙΔΗΣ
Δικηγόρος




