Η υποκριτική στάση των πολιτικών πάνω από τους τάφους των νεκρών μας και η απροθυμία τους για κοινή εκδήλωση απότισης φόρου τιμής στους πεσόντες, μας προσβάλλει ως χώρα, ως κοινωνία και ως λαό

Με πολλή θλίψη βλέπουμε τα κόμματα κάθε Ιούλιο να βγάζουν από τα θηκάρια τους τα φαρμακερά ξίφη της σκληρής αντιπαράθεσης και της αλληλοεξόντωσης, πυροδοτώντας εμφυλιοπολεμκό κλίμα. Η όξυνση των παθών σε μια ημικατεχόμενη και δυσπραγούσα χώρα θεωρείται μέγα πολιτικό ατόπημα, που υποσκάπτει τη λαϊκή ομοψυχία και την εθνική ενότητα, που αποτελούν τη λυδία λίθο για ευόδωση του πολύπλευρου αγώνα δικαίωσης της μαρτυρικής Κύπρου.

Η υποκριτική στάση των πολιτικών πάνω από τους τάφους των νεκρών μας και η απροθυμία τους για κοινή εκδήλωση απότισης φόρου τιμής στους πεσόντες, μας προσβάλλει ως χώρα, ως κοινωνία και ως λαό.
Σαράντα χρόνια από το φρικτό καλοκαίρι, το οποίο «διανθίσθηκε» την 11η Ιουλίου 2011 με τη δολοφονική έκρηξη στο Μαρί, οι κομματάρχες εξακολουθούν να κινούνται αμέριμνα στον αστερισμό του κομματικού φανατισμού και της ανάξεσης των πληγών του παρελθόντος. Και αυτό, σε μια ύστατη προσπάθεια αποπροσανατολισμού των «κουρεμένων» νοικοκυριών και των δυσπραγούντων πολιτών από τα υπάρχοντα μείζονα κοινωνικο-οικονομικά προβλήματα.

Ιδιαίτερο δέος προκαλεί η στάση του ΑΚΕΛ, που κάθε χρόνο τέτοιες μέρες ζητεί την κεφαλήν των «προδοτών» επί πίνακι, ξεχνώντας ότι κυβέρνησε πέντε χρόνια και συγκυβέρνησε μερικές πενταετίες, οπότε θα μπορούσε, αν πράγματι το ήθελε, να τιμωρήσει παραδειγματικά τους αίτιους της συμφοράς. Ξεχνά, φαίνεται, το ΑΚΕΛ ότι εν μέσω του χάους και τα ερείπια του 1974, χαρακτήρισε τον τότε προεδρεύοντα της Δημοκρατίας Γλαύκο Κληρίδη ως «καλό καραβοκύρη». Ξεχνά επιλεκτικά το ΑΚΕΛ ότι εδώ και τρία χρόνια, στο μαύρο ιουλιανό επετειολόγιο, έχει προστεθεί και 11η Ιουλίου ως μνημείο της κομματικής ανευθυνότητας και της πολιτικής ανικανότητας.

Είναι ηλίου φαεινότερον ότι παρά τα δεινά της κατοχής και της οικονομικής χρεοκοπίας, ο στόχος της εθνικής ενότητας φαντάζει ουτοπικός. Το κάθε κόμμα λειτουργεί στις δικές του συχνότητες, θέτοντας το στενό του συμφέρον υπεράνω του εθνικού.

Αυτό αποδεικνύεται περίτρανα από το καθημερινό γίγνεσθαι, που μαρτυρεί τη συνεχιζόμενη διαπλεκόμενη σχέση οικονομίας και πολιτικής. Και όπως δείχνουν τα πράγματα, κανένας δεν ενδιαφέρεται να απαλλάξει τον τόπο από τις κομματικές αναθυμιάσεις, που δηλητηριάζουν μονίμως τον δημόσιο βίο, με πρώτο θύμα τον λαό και τα μη προνομιούχα στρώματα του πληθυσμού. Ήρθε ή ώρα, ο κατακρεουργημένος και προδομένος λαός να αφήσει κατά μέρος την απάθεια και την ηττοπάθεια, αναλαμβάνοντας δράση γι' απαλλαγή από τους οικονομικούς κερδοσκόπους και τους πολιτικούς καιροσκόπους, που του ρουφούν το αίμα διαχρονικά.

Έχει υπέρτατο χρέος να αναγκάσει τους πολιτικούς ηγέτες να απαλλαγούν, επιτέλους, από το σύνδρομο της ανημποριάς τους να συνεννοηθούν σε μείζονα εθνικά και κοινωνικά ζητήματα, χαράσσοντας ένα ελπιδοφόρο αύριο. Διαφορετικά, θα συνεχίσει να ζει γονατιστός, με τον φόβο να μη χάσει τον μικρόκοσμό του, επιτρέποντας στους επιτήδειους να συνεχίσουν να λυμαίνονται τον πλούτο της χώρας.