‘Τ’ αηδόνια δε σ’ αφήνουνε να κοιμηθείς στις Πλάτρες’. ‘Ποιες είναι οι Πλάτρες; Ποιος γνωρίζει τούτο το νησί;’
Γιώργος Σεφέρης, Ελένη


Το γεωγραφικό οδοιπορικό ανάπτυξης της Κύπρου προέκυψε από την αναγγελία της νέας Δήλωσης Πολιτικής για χωροταξική ανάπτυξη από το Υπουργείο Εσωτερικών κι αποτελεί σύντομη αποτύπωση και περιγραφή έργων και προγραμμάτων, που έγιναν, άρχισαν ή προγραμματίστηκαν να υλοποιηθούν στις διάφορες επαρχίες της ελεύθερης Κύπρου, χρήσιμη για μελλοντική ανάπτυξη κι αποφυγή των λαθών του παρελθόντος. Η αναδρομή αυτή στοχεύει επίσης στο να συμβάλει στην επαναδραστηριοποίηση της οικονομίας, την αειφόρο και την ισόρροπη περιφερειακή ανάπτυξη, που ήταν πάντοτε βασική πτυχή της αναπτυξιακής πολιτικής.

Βέβαια, για να υπάρξει ραγδαία ανάπτυξη γενικά στο ξεκίνημα, έπρεπε προτεραιότητα να δοθεί στην αξιοποίηση πρώτα εκείνων των περιοχών, που με το μικρότερο κόστος θα είχαν το μεγαλύτερο αποτέλεσμα. Όμως ορισμένα βασικά έργα γίνονταν πάντα σε κάθε περιοχή, έστω και σε μικρότερο επίπεδο, αξιοποιώντας έτσι σταδιακά τις αναπτυξιακές δυνατότητες των διαφόρων περιοχών.

Η περιφερειακή ανάπτυξη υιοθετήθηκε σαν ένας από τους βασικούς - μακροπρόθεσμους αντικειμενικούς σκοπούς από το Δεύτερο Πενταετές Σχέδιο Ανάπτυξης, 1967-1971. Χαρακτηριστική ήταν η σχετική περικοπή: 'Η με τον ίδιο ρυθμό ανάπτυξη κάθε περιοχής της νήσου δεν είναι ούτε δυνατή ούτε και οικονομικά ενδεδειγμένη. Όλες οι περιοχές δεν διαθέτουν τα ίδια πλεονεκτήματα και πόρους.

Παρόλο τούτο, θα καταβληθούν προσπάθειες προς τόνωση της οικονομικής δραστηριότητας σε περιοχές με χαμηλό εισόδημα. Όμως ο μακροπρόθεσμος αντικειμενικός σκοπός είναι η αξιοποίηση των δυνατοτήτων όλων των περιφερειών και η μείωση και, αν είναι δυνατόν, η εξάλειψη των εισοδηματικών διαφορών μεταξύ των περιφερειών’.

Η ορθή αυτή τοποθέτηση του θέματος οδήγησε στην εκτέλεση έργων περιφερειακής ανάπτυξης ήδη κατά τη διάρκεια του Πρώτου Πενταετούς Σχεδίου, 1962-1966, όπως η επέκταση της παροχής ηλεκτρισμού, τηλεφώνου και συστημάτων κατ' οίκον διανομής ποσίμου ύδατος σε όλα σχεδόν τα χωριά, καθώς κι η βελτίωση του οδικού δικτύου της υπαίθρου και η κατασκευή φραγμάτων κι άλλων υδατικών έργων σε διάφορα σημεία της νήσου.

Η αποψίλωση της υπαίθρου και η παρουσιασθείσα τάση συγκέντρωσης αγροτικού πληθυσμού στις πόλεις στα χρόνια μετά την Ανεξαρτησία έπρεπε να αντιμετωπιστεί από την αρχή. Αργότερα τούτο θα γινόταν ακόμη πιο δύσκολο ή και αδύνατο. Με τα πενιχρά μέσα που υπήρχαν, άρχισε η σταδιακή βελτίωση του οδικού δικτύου και των αγροτικών (κι αστικών) συγκοινωνιών.

Παρόλο που δεν ήταν η πιο οικονομική επιλογή, είχαμε κάθε χρόνο ένα μεγάλο αριθμό δρόμων της υπαίθρου υπό ανακατασκευή ή βελτίωση, γεγονός που έδιδε μια προοπτική στους κατοίκους ότι η κατάσταση βελτιωνόταν χρόνο με τον χρόνο και μπορούσαν να αναμένουν να έλθουν καλύτερες μέρες. Δεν είναι συνεπώς τυχαίο που σήμερα η Κύπρος έχει ένα από τα πιο πυκνά ασφαλτωμένα οδικά δίκτυα σε αναλογία με την έκτασή της.

Αργότερα, η τακτική αυτή συστηματοποιήθηκε με την εισαγωγή των ενοποιημένων σχεδίων αγροτικής ανάπτυξης, τα οποία διελάμβαναν όχι μόνο την αναβάθμιση της οδικής πρόσβασης στην ευρύτερη περιοχή των σχεδίων, αλλά και την αναβάθμιση των παρεχόμενων υπηρεσιών, καθώς και τη διεύρυνση των αναπτυξιακών δυνατοτήτων και την αξιοποίησή τους, ώστε να δημιουργηθούν πρόσθετες θέσεις εργασίας και πηγές εισοδήματος για τους κατοίκους, προαπαιτούμενα για παραμονή ή ακόμη κι επιστροφή στον τόπο τους.

Το πλαίσιο μέσα στο οποίο θα προωθείτο ο πιο πάνω σκοπός, καθώς κι η ομαλή περιφερειακή ανάπτυξη, ήταν το Σχέδιο για τη νήσο που ετοιμάστηκε το 1968 σαν μέρος του χωροταξικού προγραμματισμού, όπως προέβλεπε ο Περί Πολεοδομίας και Χωροταξίας Νόμος, που ψηφίστηκε με αρκετή καθυστέρηση το 1972.

Δυστυχώς, μέχρι να εφαρμοστεί, τα δεδομένα άλλαξαν άρδην σαν αποτέλεσμα της εισβολής. Η πληθυσμιακή αναλογία των κατοίκων των αστικών και των αγροτικών περιοχών ανετράπη. Παρουσιάστηκε ένας αναγκαστικός εξαστισμός, που ανέτρεψε πλήρως τις προηγούμενες προσπάθειες ανάσχεσής του. Ενώ πριν από την εισβολή η αναλογία πληθυσμού ήταν 60% προς 40% υπέρ της υπαίθρου, η συγκέντρωση κι εγκατάσταση μεγάλου αριθμού εκτοπισθέντων στις πόλεις οδήγησε, ώστε η αναλογία να είναι ακριβώς η αντίθετη.

Η εισβολή ανέτρεψε τα δεδομένα, κατέστησε ανενεργό τον σχεδιασμό αυτόν, αλλά έφερε πιο μπροστά διαχρονικά την ανάπτυξη όλων των ελεύθερων περιοχών. Το πρόβλημα ήταν να μπουν και πάλιν οι ορθές προτεραιότητες, να αποφευχθούν τα λάθη του παρελθόντος, να αναβαθμιστεί η ποιότητα και να διαφυλαχθεί η βιωσιμότητα της ανάπτυξης, λαμβάνοντας πάντοτε υπόψη την ανάγκη ενοποίησης της Κύπρου και της οικονομίας της. Η έλλειψη ενός γενικότερου πλαισίου μέχρι σήμερα έπρεπε να υποκατασταθεί από μια πολύ καλή γνώση των περιφερειών, των προβλημάτων και των δυνατοτήτων τους. Έτσι εργαστήκαμε από το 1974 μέχρι σήμερα.

Εκείνο που προέχει τώρα είναι η ετοιμασία ενός νέου Χωροταξικού Σχεδίου για τη νήσο, στη βάση της υπό συζήτηση λύσης του Κυπριακού. Τούτο θα βοηθήσει τα θέματα ανοικοδόμησης κι επανεγκατάστασης, θέματα όπως η συζητούμενη μεταφορά συντελεστών δόμησης και γενικότερα την ορθολογιστική λύση του κυπριακού στο εδαφικό.

Αλλά κι η άτακτη ανάπτυξη στον χώρο είναι καιρός να σταματήσει. Ήδη η ανυπαρξία ενός τέτοιου Σχεδίου αρκετή ζημιά έκανε με την καταπόνηση του περιβάλλοντος σε ορισμένες και την καθυστέρηση ανάπτυξης άλλων περιοχών. Όμως κάθε περιοχή έχει και τη δική της ιστορία, τις δικές της δυνατότητες, τις δικές της ιδιαιτερότητες. Ποιος πράγματι γνωρίζει αυτό το νησί;

ΔΡ. ΙΑΚΩΒΟΣ ΑΡΙΣΤΕΙΔΟΥ
Πρώην Υπουργός