Κλείνουν φέτος 40 ολόκληρα χρόνια από το καλοκαίρι του 1974, κατά το οποίο έγιναν στην Κύπρο ιστορικά και απεχθή γεγονότα, από τα οποία προέκυψαν πολλά και δυσεπίλυτα προβλήματα και καταστάσεις, που ταλαιπωρούν ακόμη τον κυπριακό λαό. Πρόκειται για το άφρον πραξικόπημα, όπως τούτο αποκαλέστηκε από τον τότε Πρωθυπουργό της Ελλάδας Κωνσταντίνο Καραμανλή, και το οποίο έγινε στην Κύπρο στις 15 Ιουλίου 1974, και την τουρκική εισβολή που έγινε σε δύο φάσεις, η πρώτη στις 20 Ιουλίου και η δεύτερη στις 14 Αυγούστου του ιδίου έτους. Και τα δύο γεγονότα έχουν την προϊστορία τους και συνδέονται με τους αγώνες των μεν Ελληνοκυπρίων για ένωση της Κύπρου με τη μητέρα Ελλάδα, με μοναδικό στόχο το «ένωση και μόνον ένωση», των δε Τουρκοκυπρίων με τη διχοτόμηση της Κύπρου, με στόχο το ya taksim ya olum (δηλαδή διχοτόμηση ή θάνατος).

Επειδή ο ελληνικός λαός έχει την τάση να ξεχνά γρήγορα και να συγχωρεί εύκολα, είναι, νομίζω, καθήκον των ιστορικών, των εκπαιδευτικών και των δημοσιογράφων να υπενθυμίζουν στους συμπολίτες των, και κυρίως στους νέους, τα θλιβερά γεγονότα, τουλάχιστον κατά τις επετείους των, γιατί όπως πολύ ορθά εξηγεί ο μεγάλος Κύπριος χρονικογράφος Λεόντιος Μαχαιράς (1360-1450 μ.Χ.), στο ΧΡΟΝΙΚΟ του: «Επειδήν τα πάντα διαβαίννουν και τα γινίσκουνται ξηγούνται, πολλά πεθυμούν όλοι να γροικήσουν τα εδιάβησαν και τας παλαιάς ιστορίας, ότι μανθάνουσιν τα πράγματα τα εδιάβησαν και απ' εκείνα μανθάνουσιν και βλέπουνται»! Για τον λόγο αυτό γράφτηκε και το άρθρο αυτό, για να επαναφέρουμε στη μνήμη μας τα πιο πάνω τραγικά γεγονότα, να αποκαλύψομε τις αιτίες που τα προκάλεσαν και για να λαμβάνουμε στο μέλλον μέτρα, να μην επαναληφθούν παρόμοια ή χειρότερα γεγονότα και προ πάντων για να συντονίσουμε τις προσπάθειές μας για λύση των όσων προβλημάτων παραμένουν ακόμη άλυτα.

Η Κύπρος για πολλά χρόνια είχε την ίδια κακή τύχη με την Ελλάδα, αφού ήταν κι αυτή, όπως και η Ελλάδα, για 4 σχεδόν αιώνες υπό τον τουρκικό ζυγό. Όταν όμως κατόρθωσε η μητέρα Ελλάδα, μετά από την επανάσταση του 1821, να ιδρύσει το 1830 το ελεύθερό της κράτος, αναπτερώθηκαν οι ελπίδες και ο πόθος και των Κυπρίων για ένταξή των στον ελληνικό κορμό. Όλες όμως οι προσπάθειες που καταβλήθηκαν προσέκρουαν στις αντιδράσεις κυρίως της Αγγλίας και της Τουρκίας. Κατόρθωσε, βέβαια, η Κύπρος, μετά από έναν επικό αγώνα της ΕΟΚΑ, του 1955-1959, να απαλλαγεί από τον βρετανικό αποικιακό ζυγό, και να αναγνωριστεί διεθνώς ως Κυπριακή Δημοκρατία, αλλά ο πόθος των Ελλήνων κατοίκων της για ένωση με τη μητέρα Ελλάδα δεν έσβησε.

Ο ηρωικός αγώνας της ΕΟΚΑ έληξε, ως γνωστόν, με την υπογραφή της συμφωνίας Ζυρίχης-Λονδίνου. Δυστυχώς, όμως, η συμφωνία αυτή παρουσίαζε και πολλά τρωτά και μεγάλες αδικίες, αφού απέκλειε την Ένωση και, το χειρότερο, παρείχε στην τ/κ πλευρά πολλά προνόμια σε βάρος της ε/κ πλευράς. Γι' αυτούς και γι' άλλους λόγους αρκετοί Ε/κ, και κυρίως αγωνιστές της ΕΟΚΑ, όχι μόνο δεν εδέχθησαν τις συμφωνίες, αλλά αντιδρούσαν κατά πολλούς και μάλιστα εγκληματικούς τρόπους εναντίον της πολιτικής του Προέδρου της νέας Κυπριακής Δημοκρατίας Αρχιεπισκόπου Μακαρίου, ο οποίος αντιδρούσε σε κάθε προτεινόμενο σχέδιο που προνοούσε διχοτόμηση της Κύπρου.

Το κακό χειροτέρευσε μετά το πραξικόπημα που έγινε στην Ελλάδα από στρατιωτικούς στις 21.4.1967. Η Χούντα αυτή των Αθηνών ενεθάρρυνε και στήριζε τους Κύπριους αντιμακαριακούς, οι οποίοι καθ΄ όλες τις ενδείξεις συνεργάζονταν με τους Ελλαδίτες στρατιωτικούς της ΕΛΔΥΚ κ.ά. Για να αντιμετωπίσει τη διχόνοια του κυπριακού λαού, ο Μακάριος ζήτησε από τη Χούντα να ελαττώσει τον αριθμό των στρατιωτικών που υπηρετούσαν στην Κύπρο. Αντ' αυτού, όμως, η Χούντα οργάνωσε πραξικόπημα εναντίον του Μακαρίου, το οποίο έγινε στις 15.7.1974, με πολύ οδυνηρές συνέπειες.

Η τουρκική κυβέρνηση εκμεταλλεύτηκε την κατάσταση γιατί ήταν και προετοιμασμένη, κι ανέμενε αφορμή και ευκαιρία να εισβάλει στην Κύπρο, αφού ως συνάγεται από το πόρισμα της Κυπριακής Κοινοβουλευτικής Επιτροπής για τον φάκελο της Κύπρου, δεν θα προέβαλλαν αντίδραση οι μεγάλες δυνάμεις του ΝΑΤΟ, ούτε η Χούντα των συνταγματαρχών που διοικούσε τότε την Ελλάδα. Και τα αποτελέσματα της εισβολής, τρομερά, φρικτά και αποτρόπαια: Κατακτήθηκε το 38% του κυπριακού εδάφους, σκοτώθηκαν, αιχμαλωτίσθηκαν, βασανίσθηκαν, εκτοπίσθηκαν, ατιμάσθηκαν χιλιάδες Ελληνοκύπριοι και δημιουργήθηκε οξύ προσφυγικό πρόβλημα, με τη φυγή και την εκδίωξη των Ελληνοκυπρίων από τις περιοχές που κατακτήθηκαν προς τις νότιες και τη μεταφορά των Τουρκοκυπρίων από τις ελεύθερες περιοχές στις υπό κατοχήν περιοχές.

Σύμφωνα με το σχέδιο Νιχάτ Ερίμ, η Τουρκία άρχισε κατόπιν να μεταφέρει από τη χώρα της και να εγκαθιστά στην τουρκοκρατούμενη περιοχή της Κύπρου πολλές χιλιάδες εποίκων, με προοπτική ο πληθυσμός τους να ξεπεράσει τον ελληνικό πληθυσμό της νήσου, ώστε να μπορεί να διεκδικήσει ολόκληρη την Κύπρο μετά από δημοψήφισμα και -σύμφωνα με τις πρόνοιες του σχεδίου Νιχάτ Ερίμ- για κατάληψη ολόκληρης της νήσου. (Σημειωτέον ότι ο αριθμός των εποίκων έφθασε ήδη τις 500.000, σύμφωνα με πρόσφατα δημοσιευθείσα έρευνα του Ινστιτούτου Δημογραφικής Πολιτικής).

Στο μεταξύ, η Τουρκία περιφρονεί όλες τις αποφάσεις των Η.Ε. για την Κύπρο και κατευθύνει τη συμμετοχή των Τ/κ στις διμερείς συνομιλίες, με καταφανή σκοπό να ροκανίζει τον χρόνο, μέχρι να επιτύχει σε πρώτο στάδιο τη διχοτόμηση της νήσου ή μετά από δημοψήφισμα κατάληψη ολόκληρης της νήσου. Και το πιο παράδοξο και άξιον απορίας είναι το πώς τα Η.Ε. ανέχονται τη συμπεριφορά αυτήν της Τουρκίας, να περιφρονεί τα ψηφίσματά τους και να μη σέβεται τις αρχές των Η.Ε. Είναι επίσης άξιο θαυμασμού και απορίας το θράσος που έχει η Τουρκία να κτυπά την πόρτα της Ε.Ε., και να υπάρχουν χώρες-μέλη έτοιμες να της ανοίξουν να μπει, με τους δικούς της μάλιστα όρους. Από ποιους, επομένως, να περιμένει υποστήριξη και βοήθεια η μικρή Κύπρος, από τα Η.Ε. ή από την Ε.Ε.;

Το ως άνω παράδειγμα της Κύπρου φανερώνει σε ποια και πόσα κακά μπορεί να οδηγήσει ένα λαό η διχόνοια, και πως οι μικροί και αδύνατοι λαοί εξαρτώνται από τα συμφέροντα των ισχυρών και μεγάλων κρατών, που γι' αυτά είναι έτοιμα να στήνουν παγίδες για τους μικρούς λαούς και να εφαρμόζουν ακόμα γι' αυτούς και τον νόμο της ζούγκλας.

ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡ. ΚΑΣΙΟΥΛΗΣ
Χημικός, πρώην εκπαιδευτικός και τέως διευθυντής του Γενικού Κρατικού Χημείου