Ή περί των αοράτων δυνάμεων, των ασωμάτων

Σαράντα χρόνια μετά την εισβολή, παρακολουθούμε έκπληκτοι, όντες ανιστόρητοι οι περισσότεροι και μονίμως ερήμην και μακράν της ιστορίας, το θράσος και την αναίδεια των Τούρκων που εισέβαλαν στην πατρίδα μας και εποίησαν όσα εποίησαν κακά. Προ πολλού θα έπρεπε άπαντες, ως εγκληματίες πολέμου, να είχαν οδηγηθεί στο Διεθνές Δικαστήριο για ειδεχθή εγκλήματα πολέμου. Για την εθνοκάθαρση και τη γενοκτονία των Ελλήνων, για τους φόνους αθώων πολιτών, για τη λεηλασία της πατρίδος μας, για τον βίαιο ξερριζωμό αλλά και για τον εποικισμό, που ακολούθησε και συνεχίζει να συντελείται μεθοδικώς και συστηματικώς, υπό τα απαθή βλέμματα των εταίρων μας στη Δύση. Για εγκλήματα που συνεχίζονται μέχρι σήμερα.

Εμείς, που τότε μόνοι και έρημοι σταθήκαμε να υπερασπισθούμε την πατρίδα μας, εξακολουθούμε να εισπράττουμε ακόμα όλη εκείνη την εμπειρία της αδικίας, που τότε μας συνέθλιψε. Την εμπειρία της ερημιάς και της μοναξιάς. Αλλά και της εγκατάλειψης. Με τη συνακόλουθη επώδυνη πίκρα που μας συνοδεύει και ακολουθεί χρόνια τώρα. Μονίμως. Έτσι ο εφιαλτικός περί αποστάσεως λόγος μας ακολουθεί από τότε, αλλά και μέχρι σήμερα. Περί της εγκαταλείψεως όλων ημών. Με τη μητρόπολη να έχει προ πολλού παγιδευθεί στην εξαθλίωση του άστεως, αδιαφορώντας για τον περιφερειακό και αλύτρωτο Ελληνισμό, τον οποίο πολλάκις εγκατέλειψε και κατεπρόδωσε και εχλεύασε, για όλους εκείνους τους αγώνες του και το όραμά του και τον έρωτά του για την Ελλάδα.

Η Κύπρος έχει προ πολλού αφεθεί και εγκαταλειφθεί. Αυτό αισθανόμεθα επωδύνως εδώ. Όμως ακόμα εκείνος ο λαός της καρτερίας και της υπομονής αντέχει. Παρά την εξαθλίωση, στην οποία έχει οδηγηθεί, παρά την επιχειρηθείσα αλλοτρίωσή του, που τα ΜΜΕ, οι επαγγελματίες πολιτικοί, όπως και εκείνοι οι πρόθυμοι των ξενόφερτων οργανώσεων υποβάλλουν και προβάλλουν και διαφημίζουν μέχρι κορεσμού. Για μια πολυπολιτισμική δήθεν κοινωνία και άλλα τινά. Όμως, ο Ελληνισμός της Κύπρου δεν πρόκειται να παραιτηθεί και να παραδώσει την πατρίδα του στους Τούρκους. Παρά τους εν Κύπρω, φαινομενικώς μόνον, ευδαιμονούντες και παγιδευμένους στα ιδεοληπτικά τους πάθη. Μακράν των όποιων αγώνων. Με εκείνα τα ηττημένα μυαλά της παράδοσης. Αυτό να το θυμόμαστε.

Επιστρέφοντας έτσι και πάλι στα τοπία της ιστορίας και την οίηση και αναίδεια και αυθάδεια των Τούρκων κατακτητών, που μετέτρεψαν την πατρίδα μου σε έρημο τόπο, βεβηλωμένο και λεηλατημένο, θυμίζω στους ενοικούντες στη Μικρά Ασία Οθωμανούς εκείνο το παλαιότατο του Καβάφη, με τα ποικίλα ιστορικά στρώματα των εισβολέων και των κατακτητών, με τα στίφη και τις στρατιές και τις λεγεώνες που χάθηκαν και αφανίστηκαν στα τοπία της ιστορίας. Εκείνο το «Υπεροψίαν και μέθην είχεν ο Δαρείος». Γι αυτό και τον συνέτριψε και τον αφάνισε ο χρόνος. Καθώς του έλειπε η «κατανόησις της ματαιότητος των μεγαλείων», της ματαιότητος, δηλαδή, των πεπερασμένων και ματαίων και ψευδών του κόσμου τούτου, όπως συμβαίνει με τους οιηματίες όλων των εποχών. Όπως συμβαίνει με αυτούς που πατούν τα αγιασμένα χώματα της πατρίδος μου.

Όσα εδώ επωδύνως και πικρώς καταθέτουμε, είναι το αλάθητο μήνυμα της ιστορίας και τίποτε άλλο. Οι παρασπονδούντες Οθωμανοί, που ουδεμίαν συνθήκην εσεβάσθησαν ποτέ στον τόπο της ιστορίας, με εκείνη την παλαιοτάτη πονηρία της Ανατολής και τη ραδιουργία που τους διακρίνει, θα απέλθουν. Γιατί δεν τους αντέχει πλέον το σώμα της ιστορίας. Παρόλη εκείνη την υπεροψία και τη μέθη, την οποία αυταρέσκως και υπερφιάλως και κατά τρόπον δαιμονικόν εκπέμπουν. Γιατί εδώ ενοικεί ο Χριστός. Οι ψυχές των μαρτύρων που έχουν αγιασθεί.

Όλη η βεβηλωμένη και λεηλατημένη κατεχόμενη Κύπρος μυροβλύζει από τα λείψανα των νεοφανών μαρτύρων της. Αυτές όλες οι ψυχές είναι που θα αποσείσουν τα στίφη των βαρβάρων, που ένα πρωί θα φύγουν πανικόβλητοι και δεδιωγμένοι. Κατατρεγμένοι από όλες εκείνες τις ψυχές των αοράτων δυνάμεων, των ασωμάτων. Έντρομοι. Έτσι, καθώς ακολουθούμε τις εξόδιες ακολουθίες των θυμάτων της εισβολής, σαράντα τόσα χρόνια μετά την τελείωσή τους, ανασαίνουμε εκείνη την αύρα και την ανάσα τους, αυτήν του αγιασμού και της χάριτος, την οποία εκπέμπουν εις Ανάστασιν, αλλά και εις παραμυθίαν όλων ημών.

ΝΙΚΟΣ ΟΡΦΑΝΙΔΗΣ