Είχαμε μπει στην πρίζα μέρες πριν και φορτίζαμε μπαταρίες. Δούλευε η μνήμη υπερωρίες απλήρωτες, σεγκοντάριζε κι η φαντασία. Θα ’ρχονταν κι από μακριά για να ζήσουν τη χαρά της συνεύρεσης κάτι… δεκάδες χρόνια απ’ εκείνη την τελευταία μέρα του σχολείου. Δεν μας παρατάτε μ’ αυτό το reunion, επανένωση το λέμε εμείς. Πώς θα ’ναι, σκεφτόμασταν, ο Κύρος, ο Ανδρέας, η Αιμιλία, η Χαρίκλεια, ο Δημήτρης. Τρέμαμε και για τίποτα απουσίες αμετάκλητες. Και συναντηθήκαμε.

Όλα, μα όλα, τα… πάλαι ποτέ λιγνά σαν βεργούλες αγόρια, με κοιλιές, άσπρα μαλλιά, αγνώριστοι. Γενικότερο το ξεχείλωμα στις κυρίες, από γεματούτσικες ως… εκεί που δεν πάει παραπέρα, το μαλλί, όμως, ακριβώς όπως τότε, να ’ναι καλά η τεχνολογία της βαφής. Αγκαλιαστήκαμε, φιληθήκαμε, χαζεύαμε ώρα ο ένας τον άλλο, η μια την άλλη, οι πιο πολλοί είχαμε να συναντηθούμε από το… τότε! Και θυμηθήκαμε εκείνη την τελευταία μέρα. Τι ξόδεμα από φωτογραφίες, τι καταγραφές σε λευκώματα, τι νοτισμένα μάτια και τρεμάμενα χέρια. Τι υποσχέσεις πως θα τον αλλάζαμε τον κόσμο, θα τον φέρναμε στα μέτρα μας. Πόσο λίγο του πήρε να μας φέρει εκείνος στα δικά του τα μέτρα. Χωνευτήρι η ζωή!

Και θυμηθήκαμε: «Δαρείου και Παρισάτιδος γίγνονται παίδες δύο» και Νικολάου και Μαρίας έγιναν γρήγορα δυο, τα εγγόνια τους πήγαν χτες φαντάροι. «Έρως ανίκατε μάχαν» και δώσ’ του πνιχτά γέλια και πονηρά μειδιάματα. Ψιθυριστά και συνωμοτικά κυκλοφορούσαν τα νέα: Ο Ησαΐας με τη Δανάη, να ’ναι καλά, χρόνια και χρόνια τώρα μαζί. Ναι, κι ο Ευάνθης με τη Χρυσάνθη στο Λονδίνο, δεκαετίες ζουν τη ζωή στα δικά της τα μέτρα. Θυμηθήκαμε πώς τρέμαμε σαν κτυπούσε το κουδούνι κι έπρεπε να μπούμε στην τάξη απροετοίμαστοι - βροχή πέφτανε οι κοπάνες! Μα και πώς κάναμε δεήσεις να κτυπήσει νωρίτερα, αλγεβρικές εξισώσεις ήταν αυτές, δεν ήταν παίξε-γέλασε για τους σκράπες της τάξης. Πού να ξέραμε τι εξισώσεις θα βρίσκαμε να λύσουμε μετά.

Και είπαμε:
- Δημήτρη, τραπεζικός υπάλληλος δεκαετίες εσύ, σίγουρα το εμπέδωσες βαθιά πόσο δύσκολα οι άλλοι σε πιστώνουν, πόσα εύκολα σε χρεώνουν.
- Ελένη, καθηγήτρια των Ελληνικών, σίγουρα θα πρόσθετες, αν μπορούσες, στη διδαχή σου, πως «γενική του ενικού του ουσιαστικού η ζωή είναι της ανοχής, συνώνυμό της η υποχώρηση».
- Ε, καλά τώρα, Αντρέα, δεν μπορεί να ξέρει κανείς καλύτερα από έναν χημικό πως «η ζωή είναι κράμα ανομοιογενών στοιχείων, ύλη εύφλεκτος προκαλούσα εγκαύματα εις την καρδίαν».
- Ρίτα, αίλουρος στη γυμναστική, θα ’μαθες ότι στη ζωή η πιο δύσκολη άσκηση είναι η επίκυψη.

Για όλους μας δεν υπάρχουν πια τρέλες στα λεωφορεία των εκδρομών που τόσο τις λαχταρούσαμε. Δεν υπάρχουν σκονάκια, το πήραμε το μάθημα, στις εξετάσεις της ζωής τέτοια βοηθήματα έχουν πολύ ακριβό τίμημα. Ανταλλάξαμε κάρτες, διευθύνσεις, τηλέφωνα, αγκαλιαστήκαμε, φιληθήκαμε, δακρύσαμε, αποχαιρετιστήκαμε. -Άδηλο αν τέτοια συνάντηση θα επαναληφθεί-.

Στον μαυροπίνακα της καρδιάς μας γραμμένο τότε το «Τέλος και τελεία», θαρρούσαμε πως τέλειωναν τα βάσανά μας. Πού να ξέραμε τι μας περίμενε. Και πριν χωριστούμε είπαμε: Μ’ όλα μας τα λάθη, με τις ευθύνες να μας βαραίνουν, μα και με ό,τι καλό καταφέραμε, όλοι παρόντες, ακόμα, στον στίβο της ζωής.

Αλέκα Γράβαρη-Πρέκα