«Στην Κύπρο παραμένουμε ουραγοί, με αποτέλεσμα να δημιουργείται ένα χάσμα απονομής της δικαιοσύνης σε σύγκριση με αλλού, έχοντας πάντα ως βάση το ευρωπαϊκό δίκαιο»
Για χρόνια επιμένω ότι το τραπεζικό σύστημα βρίσκεται στην κορυφή του κυπριακού συγκροτήματος εξουσίας με καλύτερο παράδειγμα αυτής της αρρωστημένης κατάστασης τη μαζική χρήση καταχρηστικών (δηλαδή παράνομων) προνοιών σε καταναλωτικές συμβάσεις/συμφωνίες. Σε αυτές τις συμφωνίες περιλαμβάνονται και τα δάνεια που συνάπτουν οι τράπεζες με πελάτες τους φυσικά πρόσωπα (και όχι για επαγγελματικούς σκοπούς).
Μια ματιά στις συμβάσεις και πρακτικές που οι κυπριακές τράπεζες χρησιμοποιούν, φανερώνει τον μαζικό και συστηματικό καταχρηστικό χαρακτήρα τέτοιων προνοιών και πρακτικών, με αναπόφευκτο το ερώτημα για το πώς καταφέρνει μια τέτοια αρρωστημένη κατάσταση να επιβιώνει για δεκαετίες.
Πάντως, αφορμή για το άρθρο υπήρξε η συμμετοχή μου ως πλήρους μέλους στην Επιτροπή Οικονομικών και Νομισματικών Υποθέσεων του Ευρωκοινοβουλίου όπου για πρώτη φορά συμμετέχει Κύπριος Ευρωβουλευτής. Η Επιτροπή αυτή, αντιλαμβανόμενη τον καταχρηστικό χαρακτήρα και τους κινδύνους για τους δανειολήπτες από τις πρακτικές που ακολούθησαν πολλά τραπεζικά ιδρύματα εντός της Ε.Ε., ζήτησε με γνωμοδότησή της (2012) όπως τα τραπεζικά ιδρύματα παρέχουν εξατομικευμένες, πλήρεις και εύκολα κατανοητές πληροφορίες για τους κινδύνους που ενέχει ο δανεισμός σε ξένο νόμισμα, τις οποίες να παρέχουν στον καταναλωτή πριν από τη σύναψη της συμφωνίας:
Μαζί με άλλα, ζήτησε, επίσης, μηχανισμό, προκειμένου να περιορίζουν τον κίνδυνο δυσμενών διακυμάνσεων των νομισμάτων στις εξοφλήσεις. Ταυτόχρονα, εντός του 2014, το Ευρωκοινοβούλιο διαπίστωσε «ανεύθυνες πρακτικές χορήγησης και λήψης δανείων» και προς τούτο εξέδωσε και σχετική Οδηγία, που θα τεθεί σε ισχύ σε δύο χρόνια.
Παράνομες καταχρηστικές πρόνοιες
Ωστόσο, η Οδηγία 93/13/ΕΟΚ (δηλ. ευρωπαϊκή νομοθεσία που δεσμεύει ακόμη και τον τρόπο που πρέπει να ερμηνεύεται το γράμμα και το πνεύμα της εγχώριας νομοθεσίας) βρίσκεται σε ισχύ για δεκαετίες (!) στην Κύπρο και καθιστά τις καταχρηστικές πρόνοιες παράνομες και επομένως άκυρες, ιδίως σε δανειακές συμβάσεις στην Κύπρο. Ανάμεσα στα ΤΟΣΑ που περιέχει είναι ότι οι συμβάσεις πρέπει να συντάσσονται με σαφή και κατανοητό τρόπο -ότι ο καταναλωτής πρέπει να έχει πράγματι την ευκαιρία να λάβει γνώση όλων των ρητρών και ότι σε περίπτωση αμφιβολίας πρέπει να υπερισχύει η πιο ευνοϊκή ερμηνεία για τον καταναλωτή.
Είναι πάνω σε αυτήν κυρίως τη βάση και προϋπόθεση μαζί με άλλα που στηρίχτηκε το Δικαστήριο της Ε.Ε. (30-4-2014) και έκρινε -στην πραγματικότητα επιβεβαίωσε την απόφαση των εγχώριων δικαστηρίων-, ότι ένα δάνειο σε ξένο νόμισμα (π.χ. σε ελβετικό φράγκο) πρέπει να προσαρμοστεί υπέρ του δανειολήπτη με βάση την αρχική ισοτιμία όταν συμφωνήθηκε (και όχι τη σημερινή).
Επιμένω ότι η Οδηγία έχει τόσα πολλά υπέρ των καταναλωτών που θα έφερνε ανατροπή στην επικρατούσα αρρωστημένη εγχώρια κατάσταση, π.χ. πρόνοια όπου δεν υπήρξε ατομική διαπραγμάτευση (π.χ. όταν έχει συνταχθεί εκ των προτέρων) είναι παράνομη και το βάρος της απόδειξης ότι για μια τυποποιημένη πρόνοια υπήρξε ατομική διαπραγμάτευση, το φέρει ο επαγγελματίας (η τράπεζα).
Πρόνοιες που επιτρέπουν στον επαγγελματία να τροποποιεί μονομερώς τους όρους της σύμβασης χωρίς σοβαρό λόγο, ο οποίος να προβλέπεται στη σύμβαση, είναι παράνομες. Πόσες περιπτώσεις τέτοιες έχουμε στην Κύπρο (π.χ. αύξηση του επιτοκίου) χωρίς να υπάρχει σοβαρός λόγος ή χωρίς αυτός ο σοβαρός λόγος να προβλέπεται στη συμφωνία;
Είναι αξιοσημείωτο πως αντιμετωπίστηκαν παρόμοιες περιπτώσεις αλλού με βάση την προστασία της Οδηγίας 93/13, που στηρίζεται στην αντίληψη ότι ο καταναλωτής βρίσκεται σε υποδεέστερη κατάσταση έναντι του επαγγελματία, με ό,τι αυτό συνεπάγεται, μεταξύ άλλων και σε θέματα πληροφόρησης. Στην Ισπανία, Κροατία, Ουγγαρία, Ισλανδία και Ελλάδα τα πράγματα είναι συντριπτικά υπέρ των καταναλωτών. Και έγιναν εν πολλοίς πριν (ναι, πριν) την πρόσφατη απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Στην Κύπρο παραμένουμε ουραγοί, με αποτέλεσμα να δημιουργείται ένα χάσμα απονομής της δικαιοσύνης σε σύγκριση με αλλού, έχοντας πάντα ως βάση το ευρωπαικό δίκαιο.
ΚΩΣΤΑΣ ΜΑΥΡΙΔΗΣ
Ευρωβουλευτής ΔΗΚΟ (S&D)
[email protected]




