Κοπάδι γύπες οι μνήμες ορμάνε πάντα τέτοιες μέρες, να σε κατασπαράξουν. Και πας πίσω, θες δεν θες. Ξημέρωμα, κρατάς το χέρι σφικτά ώς τη στερνή πνοή και μετά απ’ αυτήν, το χαϊδεύεις, ώσπου βλέπεις την πράσινη γραμμή στο μόνιτορ να γίνεται λεπτή κλωστή, να σβήνει. Ένα φτερούγισμα και το κεφάλι γέρνει στο πλάι. Κι ακούς το «σόρρυ» της σίστερ Τρέισι: «Sorry, you have to go now». Συγγνώμη, λέει, πρέπει να φύγεις. Ν’ αφήσεις πίσω σου την αρχοντιά, την ανθρωπιά που γεύτηκες.

Ο ακριβός σου, παγωμένος, γυμνός, μελανιασμένος. Να θες να τον αρπάξεις, να τον φορτωθείς στην πλάτη, να τον καρφώσεις εκεί με σαράντα καρφιά, μη στον αγγίξουν. Σκύβεις το κεφάλι, βγαίνεις στ’ αγιάζι του Λονδίνου έξι η ώρα το πρωί, να ταρακουνιέσαι, να παραδέρνεις ξυλιασμένη, κομμάτι πάγος δέκα του Ιούλη.

Σεργιανάς απογεματάκι στα πεύκα, ανασαίνεις, έρχονται στον νου παιχνιδίσματα αγάπης: «Τι θα κάνεις, αν πεθάνω;», είχες ρωτήσει κι ήρθε με σιγουριά η ατάκα: «Εμένα μ’ αγαπάει πολύ ο Θεός για να μου κάνει τέτοιο πράμα». Δίκαια αναρωτιέσαι: «Εμένα, δηλαδή, που μου το ’κανε;». Μπροστά στα μάτια σου σκηνές παλιές. Ο Βασίλης Βασιλικός με τη δυνατή πένα του βάζει στο στόμα της Δήμητράς του, που χάθηκε από καρδιά, την εντολή: «Με κουβαλάς πετράδι ακατέργαστο, πελέκα με να λάμψω».

Ναι, το πελεκάς το δικό σου το πετράδι κι εκείνο λάμπει, φέγγει μέσα σου και γλυκαίνει ο πόνος. «Όταν κρατάς μολύβι είναι σαν να κρατάς εμένα» και το κρατάς σφικτά το μολύβι και πονάς από λαχτάρα για το άγγιγμα που σ’ αλάφρωνε, σου ’δινε ζωή. Ούτε που σου ’χαν περάσει απ’ τον νου οι συμπτώσεις. Η Δήμητρα πέθανε από καρδιά, για τον Δημήτρη ζητιάνευες καρδιά, Δημήτρης ο 27χρονος που με τη δική του καρδιά κράτησε τον αγαπημένο σου στη ζωή για δυο βδομάδες μόνο.

Σου ’ρχεται να φωνάξεις: «Θέλω πίσω τα καλοκαίρια μας. Με τις βουτιές στη θάλασσα, φιλί και κοχυλάκι, βραδάκι στο σεργιάνι, αγνάντεμα με το φεγγάρι της υγρής απεραντοσύνης, το φιλαράκι ο σκαντζόχοιρος να μασουλά φρέσκα φύλλα από τις ακακίες. Πρωινό κολύμπι, απογευματινός ύπνος, καφές, γλυκό του κουταλιού. Το φευγιό το ζούσες χρόνια, ν’ αλαφιάζεσαι στον ύπνο, να τρέμεις στον ξύπνιο, ήταν στο δρόμο για πολύ νωρίτερα. Και λες, η αγωνία αγωνία, μα η ζεστασιά της παρουσίας κράτησε ανέλπιστα πολύ, κάτι ήταν, όχι κάτι, δώρο Θεού ήταν απρόσμενο.

Σουρουπώνει στο πευκόδασος. Ανοίγεις το βήμα αγκαλιά με όσα συντροφεύουν, ταράζουν, γλυκαίνουν, πικραίνουν. Όχι, την πίκρα την σπρώχνεις μακριά όσο πάει. Τσακίζει, τσακισμένο στα βράχια καράβι ταξιδεύει; Παραδέρνει μόνο για λίγο κι ύστερα φουντάρει. Άδικο δεν είναι μ’ όλη αυτή τη δύναμη της μνήμης;