Τα πράγματα θα ήταν πολύ καλύτερα αν το θέμα της κοινωνικής ευημερίας αντιμετωπιζόταν σφαιρικά κι όχι αποσπασματικά

Το θέμα της συνταξιοδότησης όσων δεν είχαν ενταχθεί στο σχέδιο Κοινωνικών Ασφαλίσεων ηγέρθη κατά τη θητεία μου στο Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Κατόπιν διαβουλεύσεων με τις οργανωμένες οικοκυρές κι άλλους (αγρότισσες), ετοιμάσαμε ένα σχέδιο συνταξιοδότησης στο 68ο έτος της ηλικίας, με το μίνιμουμ ποσό σύνταξης του γενικού σχεδίου συντάξεων και ανάλογη συνεισφορά εκ μέρους τους ως αυτοεργοδοτούμενες για όσες ήταν σε θέση να συνεισφέρουν.

Ευρύτερος σκοπός του σχεδίου ήταν η συμβολή στη συνεχή βελτίωση της θέσης της γυναίκας στην κοινωνία, μαζί με άλλα μέτρα και σχέδια που προωθήθηκαν τότε, όπως ο εκσυγχρονισμός του οικογενειακού δικαίου, η δημιουργία βρεφοπαιδοκομικών σταθμών, η προστασία της μητρότητας, η εκπαίδευση κι επανεκπαίδευση της γυναίκας για διευκόλυνση της ένταξής της στην αγορά εργασίας, σχέδια που θα βοηθούσαν και την αντιμετώπιση του δημογραφικού προβλήματος, θέμα που επανέρχεται τώρα.

Δεν πρόλαβα, όμως, να το προωθήσω. Η Κυβέρνηση Κληρίδη, που προήλθε από τις εκλογές του 1993, έσπευσε να προωθήσει το Σχέδιο και μάλιστα στην πιο δαπανηρή του μορφή (χωρίς καμιά συνεισφορά κι από το 65ο έτος της ηλικίας) ως ένα από τα μεγάλα έργα κοινωνικής πολιτικής της. Δυστυχώς, όλα έχουν ένα τίμημα. Η παραγνώριση του αξιώματος αυτού στην περίπτωση αυτή οδήγησε πριν από λίγο καιρό στην ανάγκη για περιορισμό της κοινωνικής σύνταξης σε ένα πολύ μικρό αριθμό συνταξιούχων.

Έχω την εντύπωση ότι η ιστορία της κοινωνικής σύνταξης επαναλαμβάνεται τώρα με το ΕΕΕ. Το Τμήμα Ευημερίας ήθελε από την εποχή της Ανεξαρτησίας να καλύψει το πρόγραμμα δημοσίων βοηθημάτων νομοθετικά, ώστε η βοήθεια να μην παρέχεται ως «φιλανθρωπία» αλλά δικαιωματικά. Αν και αναλάβαμε να το μελετήσουμε στο πλαίσιο του Σχεδίου Ανάπτυξης, 1967-1971, ο φόβος μας ήταν μήπως με την παραχώρηση τέτοιου δικαιώματος σε κάθε άτομο, που διαμένει στην Κύπρο, ανοίγαμε τους ασκούς του Αιόλου κι ωθούσαμε πολλούς στο περιθώριο, όπως έγινε σε άλλες αναπτυγμένες χώρες.

Με την καταστροφή που επισώρευσε η τουρκική εισβολή, ο μισός σχεδόν πληθυσμός κατέστη εξαρτημένος από το κυβερνητικό πρόγραμμα περίθαλψης και αποκατάστασης εκτοπισθέντων και παθόντων. Οι παλιοί μας ενδοιασμοί για νομοθετική κατοχύρωση του σχεδίου ήρθησαν εκ των πραγμάτων. Τι ειρωνεία! Προσπαθούσαμε να προστατεύσουμε την κοινωνία από τους λίγους που θα μπορούσαν να εκμεταλλευτούν το δικαίωμά τους σε δημόσιο βοήθημα και ελέω τουρκικού στρατού ο μισός πληθυσμός της Κύπρου κατέστη αναγκαστικά δικαιούχος από τη μια μέρα στην άλλη.

Έτσι η παροχή δημοσίου βοηθήματος μετατράπηκε από διοικητική πράξη σε δικαίωμα του κάθε πολίτη που βρίσκεται κάτω από ένα καθορισμένο επίπεδο διαβίωσης. Τούτο θα μπορούσε να συνεχίσει να αναβαθμίζεται κι εμπλουτίζεται σταδιακά και σταθερά ανάλογα με τις δυνατότητες.

Ούτε και τότε με την Κοινωνική Σύνταξη ούτε και τώρα με το ΕΕΕ η θέση μου είναι αρνητική γιατί, όπως συνηθίζεται να λέγεται αυτόν τον καιρό, «είναι προς την ορθή κατεύθυνση». Το θέμα είναι κατά πόσον μπορούμε να διασφαλίσουμε την απρόσκοπτη παροχή του ελάχιστου αυτού εισοδήματος και δεν θα επαναληφθεί η ιστορία της Κοινωνικής Σύνταξης. Ιδιαίτερα όταν ακούμε για μεγάλους αριθμούς πιθανών δικαιούχων και υπέρογκα ποσά. Και πώς θα αντιμετωπισθεί ο κίνδυνος εκμετάλλευσης ενός τέτοιου σχεδίου από ένα ευρύ φάσμα της κοινωνίας;

Πιστεύω ότι τα πράγματα θα ήταν πολύ καλύτερα αν το θέμα της κοινωνικής ευημερίας αντιμετωπιζόταν σφαιρικά κι όχι αποσπασματικά. Γιατί την κοινωνική ευημερία δεν τη διασφαλίζουν από μόνα τους ούτε το δημόσιο βοήθημα, ούτε η κοινωνική σύνταξη, ούτε τα διάφορα στεγαστικά σχέδια, ούτε ο Φορέας Ισότιμης Κατανομής των Βαρών της Εισβολής, ούτε οι υποτροφίες, ούτε η υποτυπώδης δημογραφική πολιτική, κλπ.

Χωρίς να εισηγούμαι ότι όλες αυτές οι δραστηριότητες θα έπρεπε να υπαχθούν σε ένα φορέα, πιστεύω ότι θα έπρεπε να συντονίζονται περισσότερο, ώστε πιο αποτελεσματικά να προωθείται ο κοινός σκοπός τους, η συστηματική ανύψωση του επιπέδου διαβίωσης των πολιτών. Τον συντονισμό αυτό θα έπρεπε να τον αναλάβει το Υπουργείο Εργασίας/Τμήμα Ευημερίας, αφού διαρθρωθεί και στελεχωθεί κατάλληλα.

Αυτήν τη διάσταση προσπαθήσαμε να εισαγάγουμε στις εργασίες του Τμήματος από τις αρχές της δεκαετίας του 1970. Στόχος του Τρίτου Σχεδίου, 1972-1976, ήταν «η τοποθέτηση του προγραμματισμού της κοινωνικής ανάπτυξης και της κοινωνικής ευημερίας πάνω σε καλύτερη βάση, με την επεξεργασία ενός συνεκτικού προγράμματος κοινωνικών στόχων, καθώς και μέτρων πολιτικής». Η εφαρμογή του Τρίτου Σχεδίου διακόπηκε από την τουρκική εισβολή.

Όμως στις αρχές της δεκαετίας του 1980 μετακαλέσαμε ειδικό εμπειρογνώμονα, ο οποίος υπέβαλε έκθεση για την ανάπτυξη των υπηρεσιών του Τμήματος στους τομείς της έρευνας και προγραμματισμού κοινωνικής ανάπτυξης.

Αυτό είχαμε επίσης κατά νουν όταν κηρύξαμε τη δεκαετία 1990-2000 ως δεκαετία κοινωνικής ευημερίας. Στο πρόγραμμα δράσης αναφέρεται ότι «στόχος είναι στο τέλος του απερχόμενου αιώνα να έχει εδραιωθεί ένα κράτος ευημερίας, στο οποίο ο κάθε πολίτης θα είναι με ενεργητικό τρόπο κοινωνός στην οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη και στα αγαθά της, και μια κοινωνία αυτορρυθμιζόμενη, βασιζόμενη στην αμοιβαία στήριξη των μελών της και σ' εκείνους τους θεσμούς και αξίες που αναπτύσσουν κι εξυψώνουν τον άνθρωπο και προσδίδουν ποιότητα στη ζωή». Δυστυχώς, το Τμήμα Ευημερίας, όπως και άλλα Κυβερνητικά Τμήματα, παλινδρόμησε προς εκείνα τα πράγματα που παραδοσιακά έμαθε να κάνει καλύτερα και ούτε πήρε την ανάλογη κυβερνητική στήριξη όλα αυτά τα χρόνια.

ΔΡ. ΙΑΚΩΒΟΣ ΑΡΙΣΤΕΙΔΟΥ
www.iacovosaristidou.com