Την είδηση της ανταλλαγής απόψεων, για μια ενδεχόμενη τροποποίηση του εκλογικού νόμου, ακολούθησε μπαράζ δηλώσεων και βαρύγδουπων χαρακτηρισμών. Κατ' αρχάς, θα πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι ένας ενδεχόμενος εκσυγχρονισμός του εκλογικού συστήματος δεν μπορεί να περιοριστεί στην αύξηση ή όχι του εκλογικού ορίου, που απαιτείται για εισδοχή ενός κόμματος στο Κοινοβούλιο. Η ύπαρξη τεσσάρων εκλογικών διαδικασιών σε διάστημα πενταετίας (Ευρωεκλογές, Βουλευτικές, Δημοτικές, Προεδρικές), έχει ως αποτέλεσμα σχεδόν κάθε χρόνο να διερχόμαστε και μια εκλογική αναμέτρηση. Οι συνέπειες είναι πολλαπλά αρνητικές -πέραν του οικονομικού κόστους- αφού τα κόμματα, ευρισκόμενα σε μια συνεχή προεκλογική αντιπαράθεση, περιχαρακώνονται σε εκλογικές τακτικές, καθιστώντας τη μεταξύ τους συνεργασία πιο δύσκολη.
Παράλληλα, η κόπωση από τις αλλεπάλληλες εκλογικές διαδικασίες και την αδυναμία των πολιτικών κομμάτων να συνεργαστούν εποικοδομητικά -χωρίς εκλογικές σκοπιμότητες- σε μια περίοδο που η κοινωνία βιώνει τις επιπτώσεις της πρωτοφανούς οικονομικής κρίσης, επιτείνει ακόμη περισσότερο την απαξίωση των πολιτών προς την πολιτική. Συνεπώς, μπορούμε να εξετάσουμε τη συνένωση εκλογικών διαδικασιών, πρακτική που ακολουθείται σε πολλές χώρες της Ευρώπης (π.χ. Ελλάδα, Βέλγιο, Λουξεμβούργο, Δανία, Λετονία κ.α.). Στην Κύπρο, τόσο ο χρόνος διεξαγωγής όσο και η μορφή των εκλογών θα επέτρεπε εύκολα την παράλληλη διεξαγωγή Βουλευτικών και Δημοτικών Εκλογών.
Μια άλλη εισήγηση είναι η υιοθέτηση της οριζόντιας ψηφοφορίας, με τρόπο που θα επιτρέπει, φυσικά, τον υπολογισμό της εκλογικής δύναμης των κομμάτων, αλλά παράλληλα θα δίνει τη δυνατότητα στους πολίτες να στηρίζουν αριθμό υποψηφίων από διαφορετικούς πολιτικούς σχηματισμούς. Πέραν της δυνατότητας ενός πολίτη να στηρίξει έναν ικανό υποψήφιο που ανήκει σε κάποιο διαφορετικό πολιτικό σχηματισμό από αυτόν της προτίμησής του, είναι βέβαιο ότι η υιοθέτηση της οριζόντιας ψηφοφορίας θα «αναγκάσει» τους πολιτικούς να αποφεύγουν ακρότητες και να επιδιώκουν περισσότερο την πολιτική συναίνεση.
Η εισήγηση για αύξηση του ελάχιστου ορίου εισδοχής ενός κόμματος στο Κοινοβούλιο, ομολογουμένως, συγκέντρωσε τα φώτα της δημοσιότητας και τα περισσότερα σχόλια. Προτού αναλύσουμε το σκεπτικό της, θα ήταν χρήσιμο να μελετήσουμε τι συμβαίνει στις υπόλοιπες χώρες της Ε.Ε. Από τα 28 κράτη μέλη, 2 κράτη δεν έχουν καθορισμένο όριο εισδοχής, η Κύπρος έχει όριο εισδοχής το 1,78%, η Δανία έχει όριο εισδοχής στο 2%, 2 κράτη μέλη (Ελλάδα, Ισπανία) έχουν όριο εισδοχής στο 3%, 7 κράτη έχουν όριο εισδοχής στο 4%, 12 κράτη έχουν όριο εισδοχής στο 5%, η Μάλτα έχει τέτοιους εκλογικούς περιορισμούς που ανεβάζουν το όριο εισδοχής πρακτικά στο 16%, ενώ 2 κράτη (Αγγλία, Γαλλία) κατανέμουν μια έδρα ανά περιφέρεια, η οποία και καταλήγει στο κόμμα που θα καταγράψει το μεγαλύτερο ποσοστό στη συγκεκριμένη περιφέρεια (winner takes it all). Εύλογα, λοιπόν, προκύπτει το ερώτημα, γιατί η συντριπτική πλειοψηφία των ευρωπαϊκών κρατών έχουν όριο εισδοχής, κατά πολύ υψηλότερο από αυτό που σήμερα ισχύει στην Κύπρο; Επιθυμούν άραγε όλοι να περιορίσουν τη δημοκρατία;
Μια εξήγηση είναι ότι η ύπαρξη ενός λογικού ορίου εισδοχής δυσχεραίνει την είσοδο στα εθνικά κοινοβούλια περιθωριακών ομάδων, ή σχηματισμών με ευκαιριακό χαρακτήρα, τα οποία συνήθως δεν έχουν να προσθέσουν θετικά στην πολιτική διεργασία (ναζιστικά κινήματα, κινήματα με ειδικό συμφέρον). Η είσοδος τέτοιων σχηματισμών στα κοινοβούλια, τις πλείστες φορές, τραυματίζει αντί να ενδυναμώνει τη λειτουργία τους. Μια άλλη εξήγηση βρίσκεται στη λογική ότι ένα πολιτικό κόμμα, για να μπορεί να συμμετέχει πραγματικά και ικανοποιητικά στο κοινοβουλευτικό έργο, θα πρέπει να διαθέτει έναν ελάχιστο αριθμό αντιπροσώπων, έτσι ώστε να εκπροσωπείται σε διάφορες επιτροπές ικανοποιητικά και να έχει τη δυνατότητα να παρακολουθεί και να συμμετέχει παραγωγικά στη μελέτη και διαμόρφωση του νομοθετικού έργου.
Σε διαφορετική περίπτωση, είναι πολύ πιθανό ένας βουλευτής να περιφέρεται από τη μια επιτροπή στην άλλη, χωρίς δυνατότητα ουσιαστικής συνεισφοράς, απλά και μόνο για να προβαίνει σε δηλώσεις εντυπωσιασμού, που μάλλον δυσκολεύουν αντί να διευκολύνουν το κοινοβουλευτικό έργο. Στην καλύτερη περίπτωση, καταλήγει να υπερψηφίζει ή να καταψηφίζει χιλιάδες σελίδες νέων νομοθεσιών, διαισθητικά, και χωρίς πραγματική γνώση για το περιεχόμενό τους.
Όπως είναι αναμενόμενο, σε κάθε προτεινόμενη αλλαγή υπάρχουν επιχειρήματα και αντεπιχειρήματα. Είναι γι’ αυτόν τον λόγο που απαιτείται ένας νηφάλιος διάλογος μεταξύ των πολιτικών δυνάμεων, χωρίς αφορισμούς και βαρύγδουπους χαρακτηρισμούς.
ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΣΤΑΥΡΙΔΗΣ
Μέλος Εκτελεστικού Γραφείου ΔΗΣΥ




