Δευτέρα πρωί, το ταξί της γραμμής κορνάρει, στο σακίδιο αβγά σφικτά, τυρί, ψωμί, χυμός. Απ’ το ραδιοφωνάκι «το πουκάμισο το θαλασσί», κάνεις πως ροβολάς κατά τη σκάλα, ριπές, καπνοί, το τηλέφωνο κτυπάει,«έγινε πραξικόπημα» κι η γραμμή κόβεται. Η εξάχρονη κτυπιέται, θέλει το μπάνιο στο Ακταίο, τη χρυσή αμμουδιά, τη σμαραγδένια θάλασσα, τα παιγνίδια στις τσουλήθρες. Είχε δώσει και την οδηγία: «Αν κοιμηθώ ξύπνα με να δω το εργοστάσιο Smiths, τα λατρεμένα πατατάκια». Σε δυο λεπτά, στο δρόμο τανκς, κλαγγές όπλων, μυρωδιά από μπαρούτι, τρόμος που σε παγώνει ντάλα καλοκαίρι. Κάτω απ’ τη σκάλα η κρυψώνα, οι σφαίρες σφυρίζουν δαιμονισμένα, χώνονται στην πέτρα, ρίχνουν σοβάδες.
«Η Εθνική Φρουρά επενέβη δι’ αποκατάστασιν της τάξεως, το θέμα είναι καθαρά μεταξύ των Ελλήνων». Νυχτώνει, κουρνιασμένες στην ίδια θέση, ούτε βήμα, ούτε νερό, τ’ άρβυλα βροντούν στην άσφαλτο. «Θα μας σκοτώσουν νονά, θα μας σκοτώσουν». Εμετός, διάρροια, πού να το πας το παιδί, ούτε φως ν’ ανάψεις, ρητές οι οδηγίες απ’ τις τουτούζες. Στην αγκαλιά χωμένη η μικρή, τα δάκρυά της ποτάμι. Θέλει τη μάνα της, πώς να γίνει;
Σάββατο, μόλις χαράζει, ένα βουητό από μηχανές, μαύρες ομπρέλες βρέχουν αλεξιπτωτιστές, «Ηλιού του Προφήτου», πρωινή γυμναστική από το μονοπωλιακό κρατικό ραδιόφωνο. Σε λίγο «Την πρωίαν της σήμερον η Τουρκία υπούλως και ανάνδρως προσέβαλε στόχους και έρριψεν δύναμιν αλεξιπτωτιστών εις τον θύλακα Λευκωσίας - Αγύρτας». Το χαμπάρι πως τα μεχμετζίκ ήταν κιόλας στην Κερύνεια (μέρες γυρόφερναν τα πρώτα πολεμικά στη λατρεμένη θάλασσα), αργεί ακόμα να φθάσει. Επιστράτευση. Ο πατέρας φεύγει. Είναι ακόμα μακριά εκείνο το «Αι ημέτεραι δυνάμεις αναδιπλούνται ομαλώς» (έτσι τη λέγανε την πανωλεθρία). Ο τρίχρονος φωνάζει «φοβάμαι τ’ αεροπλάνα, πες τους να φύγουν».
Νύχτες κόλασης, τα δεκαοχτάχρονα φανταράκια, νηστικά, διψασμένα, άπλυτα, τρομαγμένα, φυλάνε σκοπιά, δυο βήματα απέναντι τα τούρκικα φυλάκια. Η εξάχρονη γράφει «έχω έναν καλό πατέρα που είναι στο Ντόουμ Χοτέλ Κερύνεια, αλλά μας αγαπά και θα γυρίσει γρήγορα». Πού να της πεις για φυλακές στα Άδανα. Το «γρήγορα», 23 Οκτωβρίου, με την τελευταία ανταλλαγή αιχμαλώτων, όποιος ήρθε, ήρθε. Οι άλλοι…
Βράδυ. Απέναντι, στον Πενταδάκτυλο, η τούρκικη σημαία ηλεκτροφωτισμένη, με δικά μας έξοδα. Σαράντα χρόνια, οι μνήμες ολοζώντανες. Τουρκοπατημένα χωριά, χιλιάδες στρατός και κουβαλητοί, μια πόλη έρημη για δόλωμα.
Η εξάχρονη με γιο έφηβο πια, ο τρίχρονος στον δικό του κόσμο. Συμφορές από τότε η μια μετά την άλλη. Μαρί, Φλωράκης, σε τόσα δα κασελάκια ό,τι απέμεινε από τους λεβέντες που έκλαιγαν εξευτελισμένοι, χωρίς όπλα, όλα προδομένα. «Η πατρίς ευγνωμονούσα», τύμβος, τα φάγαμε τ’ άμοιρα τα στρατιωτάκια που έρχονταν από τη Σούδα να μας συντρέξουν. Μνημόσυνα, υποσχέσεις για λύση βιώσιμη, δίκαιη κατανομή του αερίου, του πετρελαίου, δεσμεύσεις, συναυλίες «για να διατρανώσουμε την απόφασή μας να ζήσουμε σε μια Κύπρο ειρηνική, ευρωπαϊκή». Κάνεις λίγο πίσω, θυμάσαι: Ιούλιος 1570, οι Τούρκοι σφάζουν, βιάζουν, Ιούλιος 1821 κρεμάνε Αρχιεπίσκοπο και προκρίτους, Ιούλιος 1964 βομβαρδίζουν την Τηλλυρία. Διάτρητο το παρελθόν, πού να το ψάξεις το μέλλον;
Ο προδότης Ιούλης ξανακτυπά. Και χωρίς σφαίρα ακόμα, σε κάνει σμπαράλια.
ΑΛΕΚΑ ΓΡΑΒΑΡΗ-ΠΡΕΚΑ




