Στο πλαίσιο σεμιναρίων που πραγματοποιήθηκαν μέσω των συγχρηματοδοτούμενων προγραμμάτων των Ταμείων Ένταξης και της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο πρώτο εξάμηνο του 2014, προέκυψαν ενδιαφέροντα πορίσματα για το σύστημα Ασύλου στην Κύπρο. Συγκεκριμένα, διεφάνη ότι ύστερα από 14 χρόνια εμπειρίας με τους αιτητές ασύλου στην Κύπρο, ακόμα το ενδιαφέρον εστιάζεται στο νομοθετικό καθεστώς που ισχύει στην Κύπρο, ύστερα μάλιστα από αρκετές τροποποιήσεις και αλλαγές σε ευρωπαϊκό και εθνικό επίπεδο.
Η πολυπληθής παρουσία των λειτουργών, κυρίως των τμημάτων μετανάστευσης, σε αυτά τα σεμινάρια που είχαν έντονο το βιωματικό στοιχείο, από τη μια καταδεικνύει το έντονο ενδιαφέρον του συγκεκριμένου τμήματος να επιμορφωθεί, αλλά, από την άλλη όμως, παρουσιάζει το πόσο μονοδιάστατα προσεγγίζουμε το θέμα ως πολιτεία και υπηρεσίες πολλές φορές.
Ολιστική προσέγγιση
Θα μπορούσε φυσικά να αναρωτηθεί κανείς τι ποιο σημαντικό από το να επιμορφώνονται οι επαγγελματίες πρώτης γραμμής που έρχονται σε άμεση επαφή με αιτητές ασύλου. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ως πολιτεία, ως υπηρεσίες και ως επαγγελματίες, ότι η συμβίωση με τις όποιες μειονοτικές ομάδες δεν έχει να κάνει μόνο με θέματα καθαρά διαδικαστικά, αλλά το σημαντικότερο με θέματα ενσωμάτωσης, κοινωνικής και οικονομικής, υγείας και εκπαίδευσης. Πρόκειται για ομάδες οι οποίες έχουν ανάγκη από μια ολιστική προσέγγιση των προβλημάτων των οποίων φέρνουν μαζί τους. Όταν μάλιστα αναφερόμαστε σε αιτητές ασύλου οι οποίοι έχουν βάσιμες αιτίες να αιτούνται ασύλου, τότε η αντιμετώπιση της πολιτείας πρέπει να είναι σίγουρα σοβαρή, αλλά και ανθρωποκεντρική.
Συμφωνημένες διαδικασίες
Τα τέσσερα σεμινάρια κατέδειξαν, όμως, ότι ακόμα απουσιάζει μια συστηματική και προσεγμένη προσπάθεια, στον βαθμό που να δείχνει σεβασμό στη διαφορετικότητα, αναγνώριση πιθανών προκαταλήψεων και διυπηρεσιακή προσέγγιση στα αιτήματα αυτών των ατόμων. Αυτό που είναι, λοιπόν, σημαντικό να τονισθεί, για να μιλάμε για ένα σύγχρονο αλλά και οργανωμένο σύστημα ασύλου, είναι να υπάρχουν συμφωνημένες διαδικασίες συνεργασίας ανάμεσα σε επαγγελματίες και υπηρεσίες, με στόχο την όσο το δυνατόν καλύτερη και ολισική αντιμετώπιση. Κάτι τέτοιο προϋποθέτει τα ακόλουθα:
1. Το σύστημα υγείας να έχει πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας (primary health care), όπου να εντοπίζει έγκαιρα τα διάφορα προβλήματα υγείας και να τα καταστέλλει έγκαιρα ή να τα παραπέμπει στις αρμόδιες υπηρεσίες υγείας. Σημαντικό βήμα γι' αυτό είναι η δημιουργία κοινοτικών κλινικών και η στελεχωσή τους με επαγγελματίες υγείας αλλά και άλλες ειδικότητες, όπως κοινωνικούς λειτουργούς και ψυχολόγους. Δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι οι πλείστες ομάδες έρχονται από χώρες όπου η κοινότητα αποτελεί σημείο αναφοράς για την καθημερινότητά τους.
2. Oι σχολικές μονάδες και μάλιστα εκείνες όπου παρουσιάζονται μεγάλες ποσοστόσεις αλλοδαπών μαθητών πρέπει να δημιουργήσουν τάξεις υποδοχής, χώρους διαπολιτισμικούς, ενώ παράλληλα να είναι μικρά σε αριθμό σχολεία και όχι μεγάλα, με συνέπεια χαμηλή αποτελεσματικότητα.
3. Κοινωνικές υπηρεσίες οι οποίες είτε να μπορούν να είναι ενσωματωμένες στις παραπάνω δομές είτε να επικεντρώνονται στα αιτήματα αυτών των ομάδων, που σίγουρα δεν είναι και απλά. Καλή πρακτική θα μπορούσε να ήταν και η πιο στοχευμένη εφαρμογή του θεσμού της κοινωνικής εργασίας (street work) στον δρόμο, σε περιοχές μάλιστα όπου εντοπίζονται τέτοιες ομάδες πληθυσμού.
Συμπερασματικά, θα μπορούσε κανείς να αναφέρει ότι η κρίση που βιώνει η Κύπρος και οι αλλαγές που συντελούνται τόσο σε κοινωνικό όσο και σε οργανωτικό επίπεδο ίσως οδηγήσουν σε καινοτόμες αλλά αναγκαίες παρεμβάσεις, έτσι ώστε το σύστημα ασύλου στην Κύπρο αποκτήσει ένα πιο σύγχρονο και ανθρωποκεντρικό χαρακτήρα.
ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ
Αναπληρωτής Καθηγητής, Πανεπιστήμιο Λευκωσίας




