Εκείνη τη ματωμένη στιγμή κάν’ τη δύναμη και κοίτα μόνο ψηλά. Απ’ εκεί θα βρίσκεις το κουράγιο να παλεύεις

Να ’ξερες Κλεόπα, με τι λαχτάρα προσεύχεται μια ψυχή, ματωμένη κι αυτή στα δεκατέσσερά της χρόνια απ’ την ίδια ριπή, τυφλωμένη απ’ την ίδια λάμψη, πνιγμένη απ’ τον ίδιο καπνό, με την μπόχα του μολυβιού, να ’ξερες, λέω, με τι λαχτάρα προσεύχεται να φτάσουν κάποτε οι αράδες αυτές στα χέρια σου! Γιατί, ξέρει! Ξέρει τι κόπος θα ’ναι πια κάθε ξημέρωμα να τη σηκώσεις την ψυχή σου μαζί με το περίβλημά της. Να μην ξανανιώσεις στο δέρμα σου το φοβερό ανατρίχιασμα από τον ήχο, να διώξεις απ’ τα μάτια σου την αστραπή που σε τύφλωνε κι απ’ τα πνεμόνια σου εκείνη την απαίσια οσμή.

Ξέρει! Και πονάει που κάθε μέρα σου θα νιώθεις τις χαρακιές, που λίγο-λίγο θα πονάνε λιγότερο, μα που τα σημάδια τους θα σου ξυπνάνε τον εφιάλτη που έζησες. Πονάει που ξέρει πως θα ’ρχονται πια και για σένα, ένα γύρο, μνημόσυνα, γιορτές, γενέθλια, Χριστούγεννα, Πάσχα, καλοκαίρια, ολόχρονα να σε κεντρίζουν πυρωμένα καρφιά. Πονάει που η κραυγή σου «έμεινα μόνος μου στη ζωή» θα περνάει ώς την ψυχή σου σαν από πλάκα παλιού γραμμοφώνου. Και θέλει αυτή η ψυχή να σου πει: «Εδώ σε θέλω, Κλεόπα, να την αρπάξεις τη φράση απ’ τα μαλλιά, να την κάνεις δύναμη που να σε στηρίζει στο κάθε βήμα σου, να σ’ οδηγεί στο δρόμο σου, να σ’ αντρειώνει σε κάθε δυσκολία. Το είδες άλλωστε και μόνος σου. Πολύτιμη η αυτονόητη προστασία του γονιού, ασήκωτο κάποτε το τίμημά της. Το βίωσες στο πετσί σου μ’ όσα έζησες στα πιο τρυφερά σου χρόνια.

Συγγνώμη, Κλεόπα, που η κοινωνία μας, οι θεσμοί, με τις ελλείψεις, τις παραλείψεις, πες τα συγκυρίες αν θέλεις, έβαλαν όλα μαζί το δάχτυλό τους στη σκανδάλη που σου στέρησε μάνα, αδελφή, πατέρα κι ας ήταν αυτός ο τελευταίος που την τράβηξε. Ναι, τίποτα δεν θα ’ναι το ίδιο στη ζωή σου, καλή ή κακή ήταν η μοίρα που σου τάχθηκε, ήταν στιγμές που πονούσες, μα είχες κάπου ν’ ακουμπήσεις. Τώρα; Το χάος κάτω απ’ τα πόδια σου, ξέρεις το ’ζησαν κι άλλοι, μα στάθηκαν. Μην αφήσεις τον τρόμο να σε ρίξει. Σίγουρα το ’χεις ακούσει το «αμαρτίαι γονέων…», το «παιδεύουσιν τέκνα», έχει, ξέρεις, τη σημασία του «διδάσκουν». Πάρε, λοιπόν, τα διδάγματα από τη στάση των γονιών σου, κοσκίνισέ τα, κατάταξέ τα, μην πέσεις όμως στην παγίδα να τους κρίνεις. Μην θελήσεις ν’ αποδώσεις ευθύνη, θα σε πονέσει πολύ αυτό αργότερα, σαν γίνεις γονιός.

Γιατί, για σκέψου, μπορείς να πάρεις χασαπομάχαιρο και ν’ αφαιρέσεις το κομμάτι αυτού που θα νιώσεις σαν πιο πολύ φταίχτη απ’ την ύπαρξή σου; Δεν γίνεται, θ’ αυτοακρωτηριαστείς. Είσαι φτιαγμένος κι απ’ τους δυο, κι αυτό με τίποτα δεν αλλάζει. Πόλεμο θα ’χεις με τον εαυτό σου αιώνιο, αν το επιχειρήσεις και θα ’ναι άδικο. Ακόμα πιο άδικο, όμως, θα ’ναι να φορτωθείς τις ενοχές που πάνε και θρονιάζονται στο πίσω μέρος του μυαλού, ανεξέλεγκτες. Σειρήνα είναι εκείνο το «εγώ φταίω», μην τ’ ακούς, πάλεψέ το, μη γίνει κάθε στιγμή σου αγώνας να τις πολεμάς, χάνοντας έτσι τη ζωή που σου ανήκει και που μακάρι να μπορέσεις να τη χτίσεις όπως κάποτε, σίγουρα, την ονειρεύτηκες.

Όχι άλλο γονάτισμα στο χώμα, Κλεόπα. Εκείνη τη ματωμένη στιγμή κάν’ τη δύναμη και κοίτα μόνο ψηλά. Απ’ εκεί θα βρίσκεις το κουράγιο να παλεύεις. Κι αν σε περιμένει πάλη με τα μέσα κι έξω θεριά, αγόρι μου, αν σε περιμένει αγώνας! Ευχές και προσευχές να σε στηρίζουν, όσο γίνεται, στο δρόμο σου. Δικός σου ο πόνος, δικός σου κι ο αγώνας. Δύναμη, ορθώσου και θα ’ναι δική σου και η νίκη.

ΑΛΕΚΑ ΓΡΑΒΑΡΗ-ΠΡΕΚΑ