Έριξα νερό στο γιασεμί. Στο μυαλό μου κατέστρωσα ένα ολόκληρο σχέδιο για το καλοκαίρι. Σημείωσα σε χαρτί ποιοι φίλοι, λόγω οικονομικής κρίσης, θα μείνουν στην πόλη να το ποτίζουν όταν θα λείπω. Όσο το πότιζα, αναπολούσα τον 20ό αιώνα που πέρασε στην ιστορία σαν ένα καταναλωτικό όργιο, όπου κανείς δεν πίστευε ότι το αποσμητικό του θα τρυπούσε το όζον. Στον 21ο αιώνα τα πάντα έχουν αλλάξει, όλα τα προϊόντα έχουν το πράσινο οικολογικό σηματάκι, από το κόκκινο κουμπί του πυρηνικού εργοστασίου, μέχρι τον αφρό ξυρίσματος. Ένδειξη ανακωχής ανάμεσα σ' εμάς και τη φύση.

Ενώ το διψασμένο χώμα γύρω από το γιασεμί απορροφούσε το νερό, σκεφτόμουν ότι ένα από τα χαρίσματα της φυλής μας είναι η άνεση στην εξήγηση των φαινομένων. Αν «αδικηθούμε», υπάρχει πάντα η διεθνής συνωμοσία από τα δυο τρίτα του πλανήτη, που ως γνωστόν, όταν ξυπνάει, σκέφτεται τι «κακό» θα κάνει στον απανταχού Ελληνισμό. Το άλλο ένα τρίτο είναι οι φιλέλληνες, που όταν πεθάνουν θέλουν να τους θάψουμε στην Επίδαυρο.

Αποφάνθηκα ότι αν έχεις έστω και μια δόση ελληνικού D.N.A. μέσα σου, το να τα «παίρνεις στο κρανίο» δυο τρεις φορές τη βδομάδα θεωρείται φυσιολογικό. Αντίθετα με τους Ιάπωνες, που στο μυαλό μου τους είχα σαν ένα λαό που κανείς δεν μπορούσε να τους «σπάσει» τα νεύρα. Όσοι κάθισαν ξημερώματα Παρασκευής να δουν τον αγώνα Ελλάδας - Ιαπωνίας (0-0), θα πρόσεξαν πως δέκα Έλληνες, μέσα σε 90 λεπτά, τους τάραξαν το κοιμισμένο για αιώνες νευρικό τους σύστημα, καταστρέφοντας την «εικόνα» τους ανεπανόρθωτα.

Μύρισα το άρωμα που ανέδιδε το γιασεμί. Σκέφτηκα ότι στο αίμα μας κυλά η διαφωνία. Πες μας «ομοφοβικούς» και θα βγούμε στους δρόμους υπερήφανοι να αποδείξουμε το αντίθετο. Πες μας «εθνικιστές» και θα παραδώσουμε κάθε ιερό και όσιο για να ξεκαθαρίσουμε τη θέση μας. Απόβαλε έναν ποδοσφαιριστή και αυτόματα από «αθλητές» μετατρεπόμαστε σε «ήρωες».

Στο έτος 2014 των απατεώνων, της τηλεόρασης, των ποδοσφαιριστών, της κινητής τηλεφωνίας, του πλαστικού, του τσιμέντου και του ευρώ, χάσαμε τις μυρωδιές των γιασεμιών. Πιο εύκολα ζητιανεύουμε με κουστουμιά και πιο ντελικάτα προδίδουμε πατρίδες και σερνόμενοι καταθέτουμε στεφάνια στους ήρωές μας χωρίς ντροπή. Ψεύτικες οι ματιές, τα λόγια «αυλικά», ψεύτικοι και οι ανδριάντες που χαμήλωσαν τα μάτια τους στο χώμα.

Το γιασεμί, προς στιγμήν, με ταξιδέψε στη γειτονιά όπου μεγάλωσα και μου άναψε μια σπίθα ελπίδας, ότι από την πίκρα μπορεί να βγει χαρά, από τη νύχτα η αυγή, από τον ξενόφερτο σκοταδισμό το ελληνικό φως.
Αναπόλησα την εποχή των γιασεμιών, τότε που δεν υπήρχαν τηλεοπτικές εκπομπές με τους κάθε λογής ψυχαναλυτές και παραμορφωμένους κομπογιαννίτες, να αναλύουν πώς και γιατί έγινε «ρόμπα» ο απανταχού Ελληνισμός. Πώς γίνεται κάποιος εμπρηστής, βιαστής ή στυγνός δολοφόνος με το στρατιωτικό του τυφέκιο, που του εμπιστεύτηκε η πατρίδα, με τις μετρήσεις της τηλεθέασης να καθορίζουν πόσο θα διαρκέσει η δημοσιότητα. Μετά η λήθη.

Κάποιοι από εμάς παρατηρούμε όλο αυτό το ανακάτωμα λαών, συνόρων, συμμαχιών, εχθροπραξιών, συμφερόντων, αλλά και καθημερινής ανάρμοστης κοινωνικής συμπεριφοράς και αναρωτιόμαστε «γιατί;». Άλλοι «ονειρεύονται» κάποια άλλα πράγματα και αναρωτιούνται, «γιατί όχι;».