Η πρώτη συνέπεια της ψήφισης του νόμου αυτού είναι ότι θα εκτοπίσει το κυριότερο δημοκρατικό στοιχείο του συστήματος, δηλαδή το δικαίωμα της λαϊκής βούλησης…

Στο σύστημα της απλής αναλογικής, το οποίο η Κύπρος εισήγαγε το 1996, ο αριθμός εδρών που λαμβάνουν τα κόμματα εξαρτάται μόνο από το ποσοστό τους και θεωρείται δίκαιο εκλογικό σύστημα, διότι αποτυπώνει ακριβώς τη λαϊκή βούληση. Η αντιπροσώπευση θεωρείται αντικειμενική, αφού κάθε κόμμα παίρνει τις έδρες που του αναλογούν σύμφωνα με τα ποσοστά των έγκυρων ψηφοδελτίων. Μία παραλλαγή της απλής αναλογικής είναι αυτή που ορίζει ελάχιστο όριο για τη συμμετοχή στην κατανομή των εδρών.

Σε αυτήν την περίπτωση, όσα κόμματα δεν ξεπεράσουν το όριο δεν μπορούν να λάβουν έδρες, Ως γνωστό, ο υφιστάμενος εκλογικός νόμος θέτει το μέτρο στο 1,78% και ως αποτέλεσμα το παρόν σύστημα διατηρεί την πολιτική σταθερότητα, αφού το ποσοστό αυτό θεωρείται από όλους ως ένα αποδεκτό όριο εισδοχής στη Βουλή. Με την πιθανή τροποποίηση του εκλογικού νόμου ενδέχεται το μέτρο να ανέβει στο 5%. Η αύξηση του μέτρου θα δημιουργήσει προβλήματα.

Η πρώτη συνέπεια της ψήφισης του νόμου αυτού είναι ότι ακριβώς θα εκτοπίσει το κυριότερο δημοκρατικό στοιχείο του συστήματος, δηλαδή το δικαίωμα της λαϊκής βούλησης. Κάποια κόμματα δεν θα παίρνουν, βάσει και της λαϊκής βούλησης, αυτό που τους αναλογεί, με την αδικία και οργή να κυριαρχεί στις εκλογικές αναμετρήσεις και αυτό θα αναταράξει την πολιτική ομαλότητα. Αυτό ενδεχομένως να πλήξει περισσότερο και την εμπιστοσύνη προς τη Βουλή. Βάσει δημοσκοπήσεων, η εμπιστοσύνη στη Βουλή είναι ήδη αρκετά χαμηλή, ενδεχομένως λοιπόν να μειωθεί ακόμα περισσότερο.

Το επιχείρημα της προσπάθειας αυτής είναι η αντιμετώπιση της απαξίωσης προς την πολιτική, αλλά και της αποτροπής εισόδου στη Βουλή συγκυριακών σχηματισμών. Κατ' αρχήν, δεν υπάρχει καμία επιστημονική απόδειξη ότι η απαξίωση αντιμετωπίζεται με την αύξηση του εκλογικού νόμου, ούτε και σχέση έχει το εκλογικό μέτρο με τη μείωση της αποχής. Μάλλον το αντίθετο θα συμβεί. Επιπλέον, πώς καθορίζεται εάν ένα κόμμα είναι συγκυριακό και πώς κάποιος γνωρίζει εκ των προτέρων εάν ένα κόμμα θα έχει μακροχρόνια παρουσία ή όχι;

Εάν, τώρα, η προσπάθεια είναι να μείνουν εκτός κάποια κόμματα, για παράδειγμα το ΕΛΑΜ, τα παραδείγματα άλλων χωρών μας διδάσκουν το αντίθετο. Στην Ελλάδα, παρόλο τον πόλεμο τον οποίο έχει δεχτεί η Χρυσή Αυγή, εξακολουθεί να λαμβάνει υψηλά ποσοστά, φαίνεται δηλαδή ότι εάν η προσπάθεια ενός συστήματος είναι η ετσιθελική επιβολή ενός μέτρου, αυτό φέρνει αντίθετα αποτελέσματα. Απ' εκεί και πέρα, εάν το 5% δεν αποτρέψει την είσοδο κάποιων κομμάτων, τι θα πράξει η Βουλή; Θα σπεύσει να ανεβάσει το μέτρο στο 10%, στο 15% ή στο 20%, μέχρι δηλαδή να επιτύχει τον στόχο της;

Το σημαντικότερο ίσως πρόβλημα του μέτρου αυτού είναι ότι θα μένει εκτός ένα σημαντικό κομμάτι του εκλογικού σώματος και νοουμένου ότι η Βουλή θα πρέπει να εκφράζει το σύνολο της κοινωνίας, το πρόβλημα αυτό καθίσταται σημαντικότατο. Εάν δηλαδή ένα κόμμα λαμβάνει 4,7% ή 4,9%, δεν θα δικαιούται να εισέλθει στη Βουλή. Συνεπώς, θα έχουμε στη Βουλή λιγότερα κόμματα και αυτό, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι έτσι και αλλιώς τα ποσοστά, αφαιρώντας τους απέχοντες, υπολογίζονται στα έγκυρα, άρα η Βουλή θα αντιπροσωπεύει ένα ακόμα μικρότερο κομμάτι της κοινωνίας από αυτό που αντιπροσωπεύει σήμερα. Αυτό θέλουν οι βουλευτές μας; Τρανό παράδειγμα η Γερμανία, όπου στις πρόσφατες γερμανικές εκλογές έχουν μείνει εκτός οι Φιλελεύθεροι και οι Ευρωσκεπτικιστές, οι οποίοι κατέγραψαν 4,8% και 4,7% αντίστοιχα. Επίσης, τρανό παράδειγμα είναι και η Ελλάδα, όπου στις εκλογές της 7ης Μαΐου του 2012 είχε μείνει εκτός Βουλής το 19%, ασχέτως εάν υπήρξαν επαναληπτικές εκλογές.

Την ίδια ώρα, πώς η πολιτεία αναμένει να εμπλακούν νέοι άνθρωποι στα κοινά; Η αύξηση του μέτρου θα αποτρέπει κάποιον να λαμβάνει μέρος στη διαδικασία, πολύ απλά γιατί θα στερεί τη δυνατότητα εισόδου σε περισσότερους συνδυασμούς, άρα θα θεωρείται χαμένη ψήφος. Με αυτήν τη λογική γιατί ένας νέος να μπει στη διαδικασία, αφού θα γνωρίζει εκ των προτέρων ότι οι πιθανότητες είναι εναντίον του;
Θεωρώ, λοιπόν, ότι η όποια αλλαγή του εκλογικού νόμου θα πρέπει να στοχεύει στην εξυγίανση του συστήματος, στη διαφάνεια, αντικειμενικότητα και σταθερότητα. Όχι στο αντίθετο!

ΝΑΣΙΟΣ ΟΡΕΙΝΟΣ
Εκλογικός Αναλυτής