Είναι η ώρα όπου πολιτικοί και απλοί πολίτες έχουν την ίδια εξουσία που εξέφρασαν με την ισότιμη μια ψήφο που έκαστος δικαιούται
Το άρθρο 31 του Συντάγματος αναγνωρίζει σε κάθε πολίτη της Δημοκρατίας το δικαίωμα να ψηφίζει σε κάθε εκλογή που διενεργείται, σύμφωνα με το Σύνταγμα και τους νόμους. Η γνωστή δημοκρατική αρχή της καθολικότητας της ψήφου. Είναι η ώρα όπου πολιτικοί και απλοί πολίτες έχουν την ίδια εξουσία που εξέφρασαν με την ισότιμη μια ψήφο που έκαστος δικαιούται. Επιπρόσθετα με το άρθρο 3 του Πρώτου Πρωτόκολλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων καθιερώθηκε η υποχρέωση ώστε στο κάθε κράτος, να διενεργούνται εκλογές σε τακτά χρονικά διαστήματα με μυστική ψηφοφορία, κάτω από συνθήκες οι οποίες θα διασφαλίζουν την ελεύθερη έκφραση της βούλησης του κυρίαρχου λαού.
Δεν υπάρχει στο ίδιο το Σύνταγμα οποιαδήποτε διάταξη αναφορικά με το εκλογικό σύστημα σχετικά με τις βουλευτικές εκλογές. Όμως το Άρθρο 66.2, ορίζει σαφώς ότι η εκλογή για την πλήρωση βουλευτικών εδρών διεξάγεται διά καθολικής, αμέσου και μυστικής ψηφοφορίας. Γι’ αυτό το εκλογικό σύστημα και η διαδικασία διεξαγωγής των εκλογών αφέθηκαν να καθοριστούν με εκλογικό νόμο. Έτσι με τους περί Εκλογής Μελών της Βουλής των Αντιπροσώπων Νόμους καθιερώθηκε από χρόνια και όχι τυχαία, ως κατάκτηση του κυρίαρχου λαού και εφαρμόστηκε το αναλογικό εκλογικό σύστημα, ως και το μέτρο εκλογής. Δηλαδή ο κυρίαρχος λαός, ο κάθε πολίτης αναδεικνύει με διαδοχικές τώρα εκλογές Βουλευτές και τη σύνθεση της Νομοθετικής εξουσίας με βάση το ίδιο εκλογικό μέτρο. Δεν του ζητήθηκε πριν από τις Εκλογές η εντολή και δεν παραχώρησε ο κυρίαρχος λαός εξουσία στη Βουλή, να αλλάξει το εκλογικό μέτρο.
Η πρόθεση για τροποποίηση είναι θέμα κύρια συνέπειας της ίδιας της Βουλής έναντι του εκλογικού δικαιώματος των πολιτών της Δημοκρατίας, που δεν εξουσιοδότησαν την όποια αλλαγή στο μέτρο. Ιδιαίτερα αφού ανάλογο θέμα τέθηκε πριν τις τελευταίες Βουλευτικές Εκλογές στη Βουλή και απορρίφθηκε για σειρά λόγων που ηγέρθησαν τότε και κρίθηκαν ορθοί. Άρα όποιο κόμμα έχει σήμερα τέτοια πρόθεση θα έπρεπε να την είχε θέσει προεκλογικά σε γνώση του εκλογικού σώματος για να έχει την περί τούτου έγκριση και εντολή. Δεν μπορεί να ανατρέπει η όποια νομοθετική μεταβολή του εκλογικού μέτρου το δικαίωμα, που διαμορφώθηκε με αλλεπάλληλες εκλογικές αναμετρήσεις.
Ο καθηγητής Κασιμάτης τόνισε χαρακτηριστικά ότι, η δημοκρατία επιτρέπει ώστε οι μικροί να καθίστανται μεγάλοι, προφανώς χωρίς αποκλεισμούς ως η ιδέα για αύξηση του μέτρου εισόδου στη Βουλή. Έτσι μικρές στο ξεκίνημά τους πολιτικές ομάδες ή κινήσεις μπορούν να συνεχίσουν με την παρουσία τους και την προσφορά τους έναντι της κοινωνίας, αλλά και της δράσης τους στο Κοινοβούλιο και τις εν γένει θέσεις τους, να επιδιώκουν ή να έχουν την ελπίδα ότι μπορούν να καταστούν με την αναγνώριση των πολιτών, μεγαλύτερες σε εκλογική δύναμη κινήσεις με βάση το υπάρχον μέτρο εισόδου στη Βουλή.
Είναι άλλωστε και θέμα συνέπειας του Κράτους Δικαίου που διαμόρφωσε από χρόνια τη νομική αυτή βεβαιότητα στον κυρίαρχο λαό. Η για χρόνια διαμορφωμένη δημοκρατικά αντιπροσωπευτική στη Βουλή πολυφωνική σύνθεση, έχει καταστεί κεκτημένο δικαίωμα του ίδιου του κυρίαρχου λαού, που ουδείς δικαιούται για την όποια μικροπολιτική μεθόδευση να του στερήσει. Άρα η ιδέα για πρόταση νόμου για αλλαγή του εκλογικού μέτρου, γίνεται αντίθετα στην οφειλόμενη συνέπεια στη πολιτική ζωή, χωρίς να συντρέχει λόγος δημόσιου συμφέροντος ή/και χωρίς να συντρέχει η όποια απαίτηση δημοκρατικής αρχής για διαφοροποίηση ενός μέτρου που η λαϊκή ετυμηγορία το αποδέχθηκε και το αξιοποίησε κατά την ελεύθερή βούληση του λαού.
Είναι προφανές ότι η κομματική τώρα θεώρηση, για αύξηση του εκλογικού μέτρου δεν έχει λαϊκή αποδοχή ή προτροπή και απλώς επανέρχεται χάριν αλλότριων, προφανών, κομματικών σκοπών σε μια μάλιστα περίοδο όπου η αποχή κατέδειξε απαξίωση προς μικροπολιτικές δράσεις.
ΑΝΔΡΕΑΣ Σ. ΑΓΓΕΛΙΔΗΣ
Μέλος Συμμαχίας Πολιτών




