Άραγε θα καταλάβουμε την αλήθεια σώφρονες από τα πάθη ή θα συνεχίσουμε τις ίδιες επιλογές για να έχουμε την ίδια μαύρη τύχη;

Αντί να λέμε κάθε που ξημερώνει η μαύρη επέτειος της 29ης Μαΐου 1453 «η πόλις εάλω» και να παραπονιόμαστε μίζεροι και θλιβεροί για την μοίρα και τους αιώνιους καημούς μας, οφείλαμε να ομολογούμε πως η εθνική μας ψυχή αλώθηκε κι υποτάχτηκε πρώτα στα εθνικά μας πάθη κι ύστερα στον Οθωμανό πορθητή. Γιατί ναι μεν έπεσε η Κωνσταντινούπολη και διαλύθηκε η χιλιόχρονη πρωτεύουσα της ελληνικής αυτοκρατορίας των μέσων χρόνων, αλλά προηγουμένως σκλαβώθηκε η ψυχή. Σκλαβώθηκε στις εντάσεις των εσωτερικών ερίδων. Στις διαμάχες. Τις αδελφομαχίες. Τα αδελφικά μίση. Οι κατά Καζαντζάκη αδελφοφάδες Ρωμιοί έσκαβαν τον τάφο της πατρίδας και μαζί τα δικά τους μνήματα.

Όλα ξεκίνησαν από τις θρησκευτικές διαμάχες. Με συνέπεια ν’ ακούς δραματικές επιλογές στους δρόμους, στις πλατείες, τις εκκλησιές, πως καλύτερο ήταν το τούρκικο φέσι παρά η παπική τιάρα που, βέβαια, δεν ήταν άσχετες από την εξηντάχρονη κατοχή των «σταυροφόρων» του Πάπα από το 1204.Όταν αντί να πλεύσουν ελευθερωτές στα Ιεροσόλυμα, επέπεσαν κατά της Κωνσταντινουπόλεως, λεηλατώντας και καταισχύνοντας τους Χριστιανούς και προκαλώντας την οργισμένη αντιπάθεια του κόσμου. Καλύτερα φέσι, λοιπόν, παρά τιάρα, ήταν η διαδηλούμενη προτίμηση που αναρρίπιζε τα δογματικά πάθη και φούντωνε την αντίδραση του φανατικού μισαλλόδοξου μίσους.

Κι αυτή ήταν η απάντηση μεγάλου μέρους της θρησκευτικής ηγεσίας στην πολιτικοστρατιωτική πρόταση του τραγικού βασιλιά, του θρυλικού Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, για συμβιβασμό μέχρι να περάσει έστω η μπόρα. Να εξασφαλιστεί στρατιωτική βοήθεια από τη Δύση, να διωχτούν τα πολιορκητικά φουσάτα, να παρέλθει ο άμεσος κίνδυνος ολοκληρωτικής καταστροφής, να σωθεί το απομένον ερείπιο της αυτοκρατορίας και να βρεθούν τρόποι απρόσκοπτης συνέχειας της ιστορικής διάρκειας μιας και πλέον χιλιετίας. Κι ακόμα οι προεκτάσεις εξελίσσονται δραματικότερες στη διαδρομή του χρόνου. Κι η παρατήρηση της βυζαντινολόγου Ελένης Αρβελέρ μαστιγωτική στη μοιραία αλήθεια της. Πεντέμισυ και πλέον αιώνες από τη συμφορά, οι Έλληνες δεν αξίωσαν απελευθέρωση της πρωτεύουσάς τους! Και τούτο είναι μοναδικό στην ιστορία του πολιτισμού!

Κάθε χρόνο που το χέρι τραβάει την πένθιμη αυλαία της προσβλητικής αλήθειας, μιξοκλαίμε, μοιρολατρούμε, ψευτοπαρηγοριόμαστε πως θ’ ανατείλουν καλύτερες μέρες και πως «πάλι με χρόνια με καιρούς πάλι δικά μας θα ‘ναι», μα εκεί ξεχνιόμαστε. Με την αυταπάτη κλείνουμε την πόρτα στην ευθύνη και στην υπαγόρευση της εθνικής ανάγκης, χωνόμαστε στ’ αυτοκίνητο και τραβάμε για τις παραλίες και στα ταβερνεία, θύματα μιας μαζοχιστικής κραιπάλης που συγχύζει το μυαλό και παραλύει τα ανακλαστικά της αντίστασης. Και με τα πρώτα ποτήρια το ρίχνουμε στα πένθιμα ζεϊμπέκικα για να ξεχάσουμε τον πόνο! Μια ελεεινή επανάληψη στη δύστυχη Κύπρο. Αποστρέφουμε το πρόσωπο από την πρόκληση του σκλάβου Πενταδάκτυλου και απολαμβάνουμε τη θέα της παραλίας ή τραβάμε στα κρασοπουλιά με τις ζεμπεκιές για να πνίξουμε τον καημό και τη φωνή του χρέους.

Μάταια η τραγικότερη φυσιογνωμία της ιστορίας μας, εκλιπαρούσε βοήθεια κι απ’ τα ξένα κι απ’ το «υπήκοον» τον Μάϊο του 1453. Ζητούσε εκποίηση πραγμάτων για να εξασφαλίσει μισθοφόρους να υπερασπιστούν την Πόλη. Και το υπήκοον αρνιόταν να την προσφέρει κι αναθεμάτιζε. Κι ήρθαν οι Τούρκοι και έπνιξαν στο αίμα της την Πόλη. Την πάλαι ποτέ περιμάχητη και περιφρούρητη αυτοκρατορία και το αγλάϊσμα της οικουμένης. Ο Παλαιολόγος φόρεσε το ακάνθινο στεφάνι του πάθους και αίροντας τον σταυρό του ανηφόριζε στο Γολγοθά του. Κι όταν ο πολιορκητής του ζήτησε να παραδώσει την Πόλη και να τον αφήσει λεύτερο να φύγει με την αυλή του και τα πλούτη του, έδωσε την απάντηση του Λεωνίδα. Προσταγή αξιοπρέπειας και τιμής. «Το δε την πόλιν σοι δούναι, ούτ’ εμόν εστίν ούτ’ άλλου τινός των κατοικούντων εν αυτή. Κοινή γαρ γνώμη πάντες αυτοπροαιρέτως αποθανούμεν και ου φεισόμεθα της ζωής ημών»!

Στην τραγωδία του «Κωνσταντίνος Παλαιολόγος» ο Καζαντζάκης είναι λακωνικός: «Πιο πάνω απ’ τη ζωή, η τιμή θρονιάει του ανθρώπου»!
Οι αιώνιοι Έλληνες ούτε τον βασιλιά άκουσαν ούτε, αργότερα, τον σύγχρονο τραγικό. Αναποδογύρισαν την επιλογή. Κι ας ήξεραν πως ο μακελλάρης θα περάσει σφάζοντας, λεηλατώντας, ατιμάζοντας, σκλαβώνοντας. Τα ίδια με τότε κι όσα γράφτηκαν με τα ποτάμια του ιωνικού αίματος το είκοσι δύο. Αναθεμάτιζαν τον Βενιζέλο στο πεδίο του Άρεως ο αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος κι οι οπαδοί του Γλύσμπουργκ. Τα ίδια και το σαρανταέξι με τον εμφύλιο. Τα ίδια και το εβδομήντα τέσσερα. Μυαλό δεν βάλαμε. Άραγε θα καταλάβουμε την αλήθεια σώφρονες από τα πάθη ή θα συνεχίσουμε τις ίδιες επιλογές για να έχουμε την ίδια μαύρη τύχη; Θ’ αποφασίσουμε να λευτερώσουμε την ψυχή μας για να πορευτούμε στη ζωή με τιμή ή θα πέσουμε στο πηγάδι όπως κι οι προηγούμενοι;

ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΠΑΝΟΣ