Το μόνο που φαίνεται σίγουρο είναι ότι όλοι οι ψηφοφόροι συμμερίζονται την προθυμία να ανακτήσουν το πάνω χέρι στην πολιτική ζωή της χώρας τους και της Ευρωπαϊκής Ένωσης

Έχουμε ακούσει και διαβάσει πολλά αυτές τις δύο εβδομάδες σχετικά με τα αποτελέσματα των ευρωπαϊκών εκλογών και το πώς πρέπει κανείς να τα ερμηνεύσει. Σε πολλές χώρες, οι ψηφοφόροι στήριξαν την αριστερά για να εκφραστούν κατά των μνημονίων και υπέρ της αλληλεγγύης, και μιας δικαιότερης πολιτικής. Άλλοι προτίμησαν την αποχή, διότι θεωρούν ότι το πολιτικό σύστημα ως έχει και τα υπάρχοντα πολιτικά κόμματα δεν τους εκφράζουν, και ότι αυτό δεν πρόκειται να αλλάξει με την ψήφο τους.

Και πολλοί, δυστυχώς, στράφηκαν προς την άκρα δεξιά… ελπίζω όχι για ρατσιστικούς λόγους, αλλά διότι τους φοβίζει η όλο και αυξανόμενη αλληλεξάρτηση των κρατών-μελών, η οποία μειώνει την ελευθερία δράσης μεμονωμένων χωρών και υποχρεώνει τους πάντες να υφίστανται το βάρος των δυσκολιών και των αποτυχημένων πολιτικών. Το μόνο που φαίνεται σίγουρο είναι ότι όλοι οι ψηφοφόροι συμμερίζονται την προθυμία να ανακτήσουν το πάνω χέρι στην πολιτική ζωή της χώρας τους και της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Πρέπει να ακούσουμε το μήνυμά τους και να σεβαστούμε την ψήφο τους, όσο και αν μας βάζει σε δύσκολη θέση.

Κατά τη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας δημιουργήθηκε μια προσδοκία ότι εκτός από πολιτικούς στόχους (οικονομική σταθερότητα, ανάπτυξη, δημιουργία θέσεων εργασίας, κοινωνική οικονομία, βιώσιμη ενέργεια, πράσινες πολιτικές, κτλ.), οι ψηφοφόροι θα διάλεγαν μέσω της ψήφου τους και τον υποψήφιο Πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τα επόμενα πέντε χρόνια. Αυτή η προσδοκία βασίστηκε, όπως γίνεται συχνά, πάνω σε μιαν ασαφή και διφορούμενη διάταξη της Συνθήκης της Λισαβόνας, ή οποία προβλέπει ότι το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο προτείνει τον Πρόεδρο της Επιτροπής αφού λάβει υπόψη τα αποτελέσματα των Ευρωεκλογών. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και ο Πρόεδρός του Μάρτιν Σουλτς την ερμήνευσε ως εξής: εάν κάθε ομάδα διορίσει έναν υποψήφιο, η ομάδα που πάρει τις περισσότερες ψήφους θα προτείνει στο Συμβούλιο τον υποψήφιό της. Την άποψη αυτή ακολούθησαν όλες οι μεγάλες πολιτικές ομάδες.

Όλοι γνωρίζαμε ότι οι Αρχηγοί/Πρωθυπουργοί των κρατών-μελών δεν θα δεχόντουσαν αυτήν την ερμηνεία έτσι απλά και ότι υπήρχε κίνδυνος να καταλήξει η όλη υπόθεση σε φάρσα, στο επίκεντρο της οποίας βρίσκεται βεβαίως ο πολίτης. Ωστόσο, πολλοί καλοδεχτήκαμε αυτήν την εξέλιξη, ελπίζοντας ότι θα έφερνε περισσότερη διαφάνεια και δημοκρατία στη διαδικασία διορισμού των υψηλών θέσεων στα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα, δίνοντας τον πρώτο λόγο στους πολίτες. Τι μήνυμα στέλνουν οι αρχηγοί των κρατών-μελών στους πολίτες τους, όταν δεν αναγνωρίζουν τους υποψηφίους των ευρωπαϊκών κομμάτων και προτείνουν χωρίς καν γίνει συζήτηση άλλους υποψηφίους; Τι μήνυμα στέλνουν στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, που είναι ο μοναδικός απευθείας εκλελεγμένος από τους πολίτες ευρωπαϊκός θεσμός; Πώς θα γίνει πιο δημοκρατική η Ευρωπαϊκή Ένωση, εάν τα αποτελέσματα των Ευρωεκλογών δεν έχουν καμία επίπτωση;

Οι αρχηγοί των κρατών-μελών παίζουν ένα πολύ επικίνδυνο παιχνίδι, σαν να μην καταλαβαίνουν ότι είναι ακριβώς αυτού του είδους η περιφρονητική συμπεριφορά η οποία απομακρύνει όλο και περισσότερο τους πολίτες από την πολιτική και επομένως αποδυναμώνει και εξασθενίζει την ίδια τη δημοκρατία. Δεν μπορούμε να επικρίνουμε το δημοκρατικό έλλειμμα της ΕΕ αφενός, και αφετέρου να υπονομεύουμε κάθε προσπάθεια που γίνεται για τη δημιουργία περισσότερων δημοκρατικών θεσμών και διαδικασιών.

Εάν δεν το καταλαβαίνουν αυτό ο Κάμερον και όσοι αμφισβητούν την υποψηφιότητα του υποψηφίου του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος, το οποίο βγήκε πρώτο στις εκλογές, ελπίζω το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο να δώσει τη μάχη που χρειάζεται και να ενεργήσει ανάλογα, όταν του ζητηθεί να στηρίξει τον επόμενο Πρόεδρο.

Επειδή πρόκειται για τις πρώτες ευρωπαϊκές εκλογές μετά την έναρξη ισχύος της Συνθήκης της Λισαβόνας, και καθώς η πρώτη ερμηνεία που δίνεται σε μια νέα νομική διάταξη, θέτει ένα προηγούμενο για το μέλλον, εάν και δεν συμφωνούμε με το όραμα του εν λόγω υποψηφίου, παλιός επικεφαλής του Eurogroup, προερχόμενος από την πολιτική οικογένεια που επέβαλε τα μέτρα λιτότητας, το ζήτημα εδώ δεν είναι μονάχα θέμα κλασικής πολιτικής διαμάχης μεταξύ της αριστεράς και της δεξιάς. Είναι πρώτα απ’ όλα θέμα δημοκρατίας στο ευρωπαϊκό επίπεδο.