Το μέγεθος της Χώρας δεν αποτελεί ανασταλτικό παράγοντα για την ανάπτυξη του χρηματοπιστωτικού τομέα, όπως αποδεικνύεται από την επιτυχή επίδοση μικρών Χωρών, όπως το Λουξεμβούργο, η Μάλτα κ.ά.
Η επέκταση των οικονομικών συνόρων της Κύπρου τέθηκε ως στόχος από τις αρχές της δεκαετίας του 1980. Στους προβληματισμούς μας για τη στρατηγική ανάπτυξης της Κύπρου, ιδιαίτερα μετά την εισβολή, ένας βασικός περιοριστικός παράγοντας που προέκυπτε ήταν το μικρό μέγεθος της κυπριακής αγοράς. Δεν μπορούσαμε να αναπτύξουμε πολλές δραστηριότητες που απαιτούν ένα συγκεκριμένο κύκλο εργασιών για να είναι ανταγωνιστικές και συνεπώς βιώσιμες.
Η κατάσταση, όπως την περιέγραψα τότε, έμοιαζε σαν κάποιο που είναι εγκλωβισμένος σε ένα μικρό κελί κι όταν προσπαθήσει να σηκωθεί κτυπά το κεφάλι του στο ταβάνι ή όταν τεντώσει τα χέρια του βρίσκει τους τοίχους. Υπό τις συνθήκες αυτές η μόνη διέξοδος ήταν ‘η επέκταση των οικονομικών συνόρων της Κύπρου’, ένας αντικειμενικός σκοπός που κατέστη βασικός άξονας της αναπτυξιακής πολιτικής. Αργότερα η προσπάθεια αυτή ενισχύθηκε με τη χαλάρωση του άκρατου προστατευτισμού και την έναρξη απελευθέρωσης των διεθνών αγορών (1990), την Τελωνειακή Ένωση της Κύπρου με την ΕΟΚ (1988) και την ένταξή της στην Ε.Ε. και την ΟΝΕ στη δεκαετία του 2000.
Μετά το φιάσκο της επέκτασης των τραπεζών μας στο εξωτερικό έχει δαιμονοποιηθεί αυτή καθ’ εαυτή η επέκταση κι όχι οι κακοί χειρισμοί αναφορικά με τις επενδύσεις που έγιναν και τα δάνεια που δόθηκαν. Εξού κι η εσπευσμένη και άτακτη υποχώρηση προς την Κύπρο βοηθούσης προς τούτο και της ανάγκης ενίσχυσης της κεφαλαιουχικής βάσης των τραπεζών. Έχει κανένας διερωτηθεί εάν ο άτακτος αυτός επαναπατρισμός ήταν η πιο σωστή ενέργεια; Ήδη αρκετά δισεκατομμύρια ευρώ έχουν απολεστεί με την πώληση των κυπριακών τραπεζών στην Ελλάδα και αλλού.
Μήπως η έστω συρρικνωμένη παρουσία τους στις Χώρες όπου επεκτάθηκαν θα βοηθούσε καλύτερα τον μελλοντικό τους ρόλο στην ανάπτυξη της Κύπρου αλλά και την πρόοδο των ιδίων; Ασφαλώς ο στόχος τους, όπως κι ο στόχος όλων, δεν πρέπει να είναι η επάνοδος στο Ταμιευτήριο «Η Λευκωσία» (Τράπεζα Κύπρου/Κοινόν Κυπρίων) ή το Ταμιευτήριο Λεμεσού (Λαική Τράπεζα) ή τα Τοπικά Συνεργατικά Ταμιευτήρια .
Τα εναπομείναντα κυπριακά τραπεζικά ιδρύματα, όπως και ο χρηματοπιστωτικός τομέας γενικότερα, θα πρέπει να διαδραματίσουν ουσιαστικό ρόλο στην μετατροπή της Κύπρου σε ένα ευρωπαικό, οικονομικό κι εμπορικό κέντρο στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής.
Πέραν της συμμετοχής τους στη χρηματοδότηση των τεράστιων επενδύσεων, που απαιτούνται για τη δημιουργία της αναγκαίας υποδομής, περιλαμβανομένης εκείνης για την εκμετάλλευση των φυσικών πόρων, οι τράπεζες θα πρέπει να λειτουργήσουν σαν αυτόνομος τομέας, μέρος της ανάπτυξης της Κύπρου σαν περιφερειακού κέντρου.
Η ένταξή μας στην Ε.Ε. και την ΟΝΕ, η απελευθέρωση της διακίνησης κεφαλαίων καθώς κι η ολοένα αυξανόμενη αγορά κεφαλαίων προδιαγράφουν μια συνεχώς μεγαλύτερη πρόκληση για μια Χώρα, η οποία προσβλέπει να λειτουργήσει ως περιφερειακό και κατ’ επέκταση διεθνές οικονομικό κέντρο. Το μέγεθος της Χώρας δεν αποτελεί ανασταλτικό παράγοντα για την ανάπτυξη του χρηματοπιστωτικού τομέα, όπως αποδεικνύεται από την επιτυχή επίδοση μικρών Χωρών, όπως το Λουξεμβούργο, η Μάλτα κ.ά.
Επανειλημμένα διερωτήθηκα γιατί δεν μπορέσαμε να κατεβάσουμε και διαχειριστούμε τόσα χρόνια μερικά από τα κεφάλαια από τις πετρελαιακές δραστηριότητες της περιοχής, που περνούν πάνω από τους ουρανούς της Κύπρου για να καταλήξουν στις χρηματαγορές/κεφαλαιαγορές της Δυτικής Ευρώπης και της Αμερικής; Βέβαια τώρα παίρνω την απάντηση. Όταν κληθήκαμε να διαχειριστούμε τις ξένες καταθέσεις, που με τόση προσπάθεια από το 1980 με την ανάπτυξη του τομέα των διεθνών δραστηριοτήτων εξασφαλίσαμε, αποδείχθηκε ότι οι τράπεζές μας δεν ήταν έτοιμες για ένα τέτοιο εγχείρημα.
Όχι μόνο δεν αξιοποίησαν τις καταθέσεις που ξένοι (και ντόπιοι) τους εμπιστεύτηκαν αλλά ‘ρίσκαραν κι έχασαν’ για να χρησιμοποιήσω μια πρόσφατη φράση του πρώην Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας. Ανάλογο ερώτημα τίθεται και για την Κεντρική Τράπεζα. Τι έκαμε για να αποτρέψει την αλόγιστη αυτή συμπεριφορά τη στιγμή μάλιστα που η Κυβέρνηση κι ο λαός γενικά θα εκαλείτο να επωμιστεί την ζημιά των πράξεων αυτών;
Συμπερασματικά θα έλεγα ότι η προσοχή μας θα πρέπει να στραφεί προς τρεις κατευθύνσεις:
Πρώτο, να πάρουμε τα σωστά μαθήματα από την μέχρι τώρα λειτουργία του χρηματοοικονομικού τομέα από τα πορίσματα που θα προκύψουν από τις έρευνες που διεξάγονται καθώς και την απονομή ευθυνών όπου δει.
Δεύτερο, να εργαστούμε προς την κατεύθυνση σύντομης υλοποίησης της απόφασης για την πραγματική τραπεζική ένωση της ΟΝΕ και την αναβάθμιση του εποπτικού ρόλου της Κεντρικής Τράπεζας.
Τρίτο, η Κεντρική Τράπεζα, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, το Χρηματιστήριο κι οι Οικονομικές κι άλλες Υπηρεσίες του Κράτους να ωθήσουν τις τράπεζες να αναπτύξουν τις δυνατότητές τους για να διαδραματίσουν σωστά τον ρόλο τους στη διαχείριση μεγάλων ποσών ξένων κι εγχώριων αποταμιεύσεων.
Είναι ιδιαίτερα ενθαρρυντική η πρόσφατη βράβευση της Τράπεζας Κύπρου σχετικά με υπηρεσίες θεματοφυλακής, σε ένα σχετικά καινούργιο τομέα, στον οποίο από καιρό έπρεπε να δραστηριοποιηθούμε. Το ίδιο θα πρέπει να λεχθεί για τις χρηματοοικονομικές υπηρεσίες που προσφέρει ο ιδιωτικός τομέας, οι οποίες θα πρέπει να ελέγχονται αυστηρά και να πιστοποιούνται κατάλληλα. Είναι τραγελαφικό, να καταβάλλονται τόσες προσπάθειες και θυσίες να αυξηθούν οι αποταμιεύσεις και να προσελκυστούν ξένες καταθέσεις στις τράπεζες κι οι ίδιες αλλά κι άλλες σχετικές επαγγελματικές υπηρεσίες να μην ξέρουν πώς θα τις αξιοποιήσουν σωστά.
ΔΡ. ΙΑΚΩΒΟΣ ΑΡΙΣΤΕΙΔΟΥ
Πρώην Υπουργός
Πρώην Γενικός Διευθυντής Γραφείου Προγραμματισμού
www.iacovosaristidou.com




