Συχνά ακούμε την Κυβέρνηση να καυχιέται ότι ανέκοψε την χρεοκοπία του κράτους. Ίσως αυτό είναι σωστό, αλλά δεν έχει καμία αξία αν το κατάφερε με αντάλλαγμα την χρεοκοπία των πολιτών
Η χρήση της υπέρογκης ρευστότητας που προέκυψε από ξένες αλλά και ντόπιες καταθέσεις, ως επίσης και από τις συνεχείς περίπου εκδόσεις νέων μετοχών και αξιογράφων που επιδίδονταν συστηματικά οι Τράπεζες μας, όπως είναι γνωστό, ήταν μη παραγωγική, όπως η αγορά Ελληνικών Ομολόγων, εξαγορές τραπεζών στην Ρωσία, Ουκρανία και Ελλάδα και πολλές άλλες αλόγιστες χρήσεις και επενδύσεις με μικρή απόδοση που εγκυμονούσαν κινδύνους για την εσωτερική οικονομία. Επιπλέον, τα δάνεια δίνονταν με ραγδαίο ρυθμό και σχεδόν με αποκλειστικό κριτήριο τις εμπράγματες εξασφαλίσεις. Η ικανότητα αποπληρωμής ήταν και παραμένει περιορισμένη δεδομένου ότι με κριτήριο την αξιολόγηση βιωσιμότητας (που σπάνια εφάρμοζαν οι Τράπεζες) πολύ λίγα από αυτά τα δάνεια θα δικαιολογούνταν και επομένως δεν θα εξυπηρετείτο η άμεση ανάγκη να μετατραπούν οι καταθέσεις σε εισοδηματικά στοιχεία ενεργητικού.
Η προτεραιότητα που έθεσαν οι πολιτικοί μας ηγέτες για την διαφύλαξη των ξένων καταθέσεων είχε ως αποτέλεσμα την διατήρηση των συνολικών υποχρεώσεων των Τραπεζών προς ξένους σε ένα ύψος που είναι περίπου το διπλάσιο του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος (GDP) της χώρας. Αυτό, σε συνάρτηση με τη συνεχή επιδείνωση του ενεργητικού των Κυπριακών Τραπεζών, μας έχει βάλει σε μια πορεία που οδηγεί σχεδόν ανεπανόρθωτα προς την οικονομική εξάρτηση των Κυπρίων.
Ο υπερδανεισμός που επέφερε στους Κυπρίους πολίτες και επιχειρήσεις η μη σωστή επιτήρηση των Τραπεζών και η ανεύθυνη τοποθέτηση της υπέρογκης ρευστότητας στους ώμους των ανύποπτων Κυπρίων πολιτών και επιχειρηματιών χωρίς να λαμβάνεται υπόψη το κριτήριο της ικανότητας αποπληρωμής είχε την περαιτέρω αρνητική συνέπεια ότι κατέστησε τις επιχειρήσεις αλλά και τους ιδιώτες μας μη ικανούς να λάβουν περαιτέρω χρηματοδότηση. Και αυτό σε μια εποχή που η επανεκκίνηση της οικονομίας μέσω επενδύσεων και δανείων προς χρηματοδότηση βιώσιμων έργων είναι απόλυτα αναγκαία.
Και αφού η αναγνώριση των καταθέσεων συνεπάγεται και ταυτόχρονη αναγνώριση των οφειλών από τους δανειζόμενους, πολλοί εκ των οποίων χωρίς καμιά διαγραφή δεν θα μπορέσουν ποτέ να αποπληρώσουν τα χρέη τους, αναπόφευκτα, θα μας βάλει σε μια μαύρη εποχή όπου πολύ πιθανόν θα είμαστε δέσμιοι των ξένων στην ίδια μας την χώρα. Η εξαγορά σε εξευτελιστικές τιμές της υποθηκευμένης γης και των κτιρίων μας από ξένους και αντισταθμιστικά ταμεία (Hedge Funds) θα μπορεί να μας πάρει πίσω στην εποχή των Φεουδαρχών.
Τον Μάρτη του 2013 στις Βρυξέλλες βρεθήκαμε μπροστά σε ένα σταυροδρόμι. Οι στρατηγικές επιλογές της πολιτικής μας ηγεσίας ήταν, και εξακολουθούν να είναι, μόνο δύο. Δυστυχώς φαίνεται ότι η πολιτική ηγεσία μας, μαζί με κάποια οργανωμένα η μη ειδικά συμφέροντα (όπως κάποιων δικηγόρων, λογιστών και τραπεζιτών αλλά και πολιτικών - αυτοί δηλαδή που είναι κατά γενική ομολογία οι βασικοί υπαίτιοι της καταστροφής) έχουν σιωπηλά συνωμοτήσει να ακολουθήσουμε τον δρόμο που οδηγεί στην διαφύλαξη των ξένων καταθέσεων (των πελατών τους δηλαδή) και την εξάρτηση των υπερχρεωμένων Κυπρίων πολιτών σε μια νέα δυναστεία οικονομικής εξουσίας.
Πολύ απλά η κυβέρνηση βρέθηκε αντιμέτωπη με το δίλημμα σε ποίο να πάρει τον λογαριασμό της καταστροφής. Στους ξένους καταθέτες, όπως έχει κάμει η Ισλανδία ή στον Κυπριακό λαό; Αφού όπως φαίνεται, ήταν αδιανόητο οι ίδιοι περίπου παράγοντες που έχουν πείσει τους ξένους να φέρουν τα λεφτά τους στην Κύπρο να γίνουν τώρα οι συντελεστές που τα διαγράφουν ή τα φορολογούν, η απόφαση ήταν η μόνη άλλη που απέμενε, δηλαδή να τα φορτώσουν στον υπερδανεισμένο Κύπριο φορολογούμενο. Στην τελική ανάλυση ίσως ήταν και η μόνη επιλογή που θα μπορούσαν να διαχειριστούν, εφόσον λαμβάνοντας υπόψη το παρελθόν, οι πολιτικοί μας είχαν όλα τα θεατρικά προσόντα να την πλασάρουν στον ανύποπτο κόσμο, αφού κάτι τέτοιο το κάνουν με επιτυχία εδώ και 50 χρόνια.
Το τι δεν υπολόγισαν σωστά, όμως, είναι ότι η δυνατότητα αποπληρωμής θα είναι σχεδόν ανύπαρκτη δεδομένου του ύψους των χρεών και της φθίνουσας οικονομικής κατάστασης. Επίσης δεν έχουν λάβει υπόψη ότι η Ευρώπη και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο ουδέποτε θα ενίσχυαν την ρευστότητα των τραπεζών μας για να καταλήξουν με μαθηματική ακρίβεια μέσω χαλαρώσεων στους Ρώσους, Ουκρανούς και άλλους που ήταν πεπεισμένοι και συνεχώς μας διαλαλούσαν ότι χρησιμοποιούσαν την Κύπρο για ξέπλυμα χρήματος. Αυτές οι λανθασμένες εκτιμήσεις και τραγικές στρατηγικές επιλογές της πολιτικής ηγεσίας, μας έχουν φέρει αντιμέτωπους με την επικείμενη υποθήκευση του μέλλοντος γενεών Κυπρίων. Γιατί, τι προοπτική απομένει όταν έχεις να πληρώνεις ένα χρέος που δεν μπορεί να αποπληρωθεί σε μια ολόκληρη ζωή;
Το κυριότερο σημείο που θέλει να θίξει αυτό το άρθρο δεν είναι όμως η αδικία, αλλά ότι πρέπει να γίνει συνειδητό ότι η Κυπριακή Οικονομία όχι μόνο έχει τεθεί σε μια πορεία που οδηγεί σε βαθιά κρίση και όπου οι συνθήκες για επενδύσεις και ανάκαμψη δεν υπάρχουν, αλλά ότι λόγω ανεύθυνων χειρισμών και λανθασμένων πολιτικών αποφάσεων, έχουμε αφήσει μια μαύρη τρύπα ύψους περίπου €20-€30 δισεκατομμυρίων. Αυτή η τρύπα πρέπει να εξαλειφθεί για να μπορέσει η οικονομία της Κύπρου να ανακάμψει. Το χρέος που μας έχει απομείνει είναι δυσανάλογα ψηλό σε σχέση με τις ικανότητες των πολιτών και επιχειρήσεων αυτής της χώρας να αποπληρώσουν. Ας μη ξεχνούμε ότι επί πλέον του τεράστιου ιδιωτικού χρέους που τους αναλογεί, θα αποπληρωθεί μέσω φορολογιών και περικοπών από τους πολίτες και το δημόσιο χρέος.
Αν συνυπολογιστεί μαζί το ιδιωτικό και το δημόσιο χρέος θα υπερβαίνει εύκολα τις €100,000 ανά πολίτη. Δηλαδή είναι μη βιώσιμο. Συχνά ακούμε την Κυβέρνηση να καυχιέται ότι ανέκοψε την χρεοκοπία του κράτους. Ίσως αυτό είναι σωστό, αλλά δεν έχει καμία αξία αν το κατάφερε με αντάλλαγμα την χρεοκοπία των πολιτών.
ΣΑΒΒΑΚΗΣ ΣΑΒΒΙΔΗΣ
Οικονομολόγος, εμπειρογνώμονας σε θέματα Οικονομικής Ανάπτυξης και Αξιολόγησης Έργων




