Η ορθή γνώση των δικαιωμάτων του Κράτους και του λαού μας καθοδηγεί σε μία νέα πορεία, αυτήν της αποφασιστικής διεκδίκησης όλων των δικαιωμάτων μας

Το Σύνταγμα του 1960 καθιέρωσε ως σύστημα διακυβέρνησης του νεοσύστατου τότε Κράτους της Κυπριακής Δημοκρατίας, το Προεδρικό (και όχι Κοινοβουλευτικό), αλλά ταυτόχρονα περιέλαβε ειδικές πρόνοιες σε σχέση με την Εκτελεστή Εξουσία σ’ ό,τι αφορά το «κατάλοιπο εξουσίας», το οποίο πρόβλεψε ότι ανήκει στο Υπουργικό Συμβούλιο. Ένα Συλλογικό όργανο που διορίζεται μεν από τον Πρόεδρο, το οποίο όμως έχει κατά το Άρθρο 54 του Συντάγματος όλες τις εκτελεστικές εξουσίες που δεν ανάθεσε το Σύνταγμα στον Πρόεδρο και/ή Αντιπρόεδρο.

Μια ιδιομορφία στο Προεδρικό σύστημα όχι τυχαία. Τούτο γιατί ήταν αδύνατο οι αρμοδιότητες εκάστου οργάνου να απαριθμούνται κατά τρόπο απόλυτο. Άρα η συγκέντρωση του «κατάλοιπου των εξουσιών» στο Υπουργικό Συμβούλιο επιβεβαίωνε, παρά τα όσα άλλα τρωτά στοιχεία περιείχε το δοτό Σύνταγμά μας, την ενίσχυση της μιας και αδιαίρετης Κρατικής κυριαρχίας.

Γι’ αυτό και επεξήγησε ο πρώτος Γενικός Εισαγγελέας της Κυπριακής Δημοκρατίας, αείμνηστος Κρ. Τορναρίτης, τα εξής σε μια περί τους Υπουργούς σχετική μελέτη του: «Η διασφάλιση της εκτελεστικής εξουσίας εκπληρούται, αν ο Πρόεδρος και ο Αντιπρόεδρος διασφαλίζουν τη διαρκή ύπαρξη, της κατά το Σύνταγμα λειτουργίας, του Υπουργικού Συμβουλίου».

Όμως, στη συμφωνία της 11.2.14 των κ.κ. Αναστασιάδη-Έρογλου αυτή η εξουσία, το «κατάλοιπο» σε σχέση με ό,τι δεν ρυθμίστηκε ειδικά ως αρμοδιότητα ενός άλλου κεντρικού οργάνου στο νέο κρατικό μόρφωνα, χορηγήθηκε στα επιμέρους «συνιστώντα κρατίδια». Άρα, αυτή η ευρύτατη εξουσία, στην περίπτωση μιας τέτοιας λύσης, ουσιαστικά θα ασκείται χωρίς έλεγχο της κεντρικής Κυβέρνησης. Ένα ακόμη δείγμα για τους κινδύνους που υποβόσκουν σε μια λύση διζωνική - δικοινοτική κατά ισότητα των δύο συνιστόντων κρατιδίων.

Κύρια μια ακόμη νομική και πραγματική παγίδευση της δικής μας πλευράς, ως σημαντική υποχώρηση, ανάλογη εκείνης προ εξαετίας στη κοινή δήλωση Μαΐου 2008 μεταξύ κ.κ. Χριστόφια και Ταλάτ κατά την οποίαν έγινε η αναφορά σε «νέο συνεταιρισμό». Θέση που θεωρεί έκτοτε κεκτημένο η Τουρκική πλευρά, με όλα όσα παρεπόμενα που έχουν επίσης διακηρυχθεί έκτοτε και μέχρι σήμερα. Ο «νέος» συνεταιρισμός, αποτελούσε πάγια επιθυμία της Τουρκίας για υποβιβασμό της Κυπριακής Δημοκρατίας σε απλή Κοινότητα ή Ελληνοκυπριακή «διοίκηση».

Επιθυμία Τουρκική που σε άλλη εξαίρετη μελέτη του Κρ. Τορναρίτη «Η γένεσις του Κυπριακού Κράτους και η μορφή αυτού» σχολίασε στη σελ. 14 ως ακολούθως: «Εν πρώτοις θα ασχοληθώ με το συχνάκις προβαλλόμενον ισχυρισμόν ότι το δημιουργηθέν κράτος αποτελεί είδος συνεταιρισμού μεταξύ της Ελληνικής Κυπριακής Κοινότητος και της Τούρκικης Κυπριακής Κοινότητος. Ο ισχυρισμός ούτος στερείται οιουδήποτε νομικού υποβάθρου και ουδεμίαν νομικήν σημασία δύναται να έχη.

Η έννοια συνεταιρικού κράτους είναι άγνωστος εις το δημόσιον δίκαιον. Ωρισμέναι ενώσεις κρατών υφίσταντο και υφίστανται εν τω διεθνεί δικαίω και έτεραι τελούσι εν εξελίξει αλλά συνεταιρισμός μεταξύ κοινοτικών ομάδων ή άλλου είδους ενώσεων ενός και αυτού λαού υπό την νομικήν έννοια, ουδέποτε υπήρξε ή είναι δυνατόν να ύπαρξη συμφώνως προς τα αρχάς του δημοσίου δικαίου». Η πλήρης γνώση πραγματική και νομική των επιδιώξεων της Τουρκίας, αλλά και του δικαίου μας, θα καθιστούσε το δίκαιο μας, γνωστό στην πραγματική του διάσταση εντός και εκτός Κύπρου.

Οι κίνδυνοι από τις υποχωρήσεις που προέκυψαν ασταμάτητα στα σαράντα χρόνια του διαλόγου, μπορούν να αναχαιτιστούν έστω και τώρα με μια σε βάθος μελέτη όλων των δικαιωμάτων μας με βάση και τη νέα απόφαση του ΕΔΑΔ στην Τέταρτη Διακρατική Προσφυγή μας. Δεν χωρεί άλλη αναβολή. Η ορθή γνώση των δικαιωμάτων του Κράτους και του λαού μας καθοδηγεί σε μία νέα πορεία, αυτήν της αποφασιστικής διεκδίκησης όλων των δικαιωμάτων μας.