Η κοινωνία μας είναι συναισθηματικά κακοποιητική. Κυβερνά η απάθεια με οδηγό την αδράνεια, κυριαρχεί η αλητεία και ο χουλιγκανισμός. Είναι λοιπόν να αναρωτιέται κανείς, πού πάμε; φτάσαμε τον πάτο κι αν όχι, πού είναι ο πάτος; Τι άλλο πρέπει να γίνει σε αυτό το κράτος για να αντιληφθεί το σύστημα πώς μούχλιασε, πώς έμειναν μονάχα τα αποκαΐδια του, να ανεμοστροβιλίζονται πάνω από τα ζαλισμένα μας κεφάλια; Πλέον η κοινωνία κυριαρχείται από εκφοβιστές, που σαν χαμαιλέοντες μεταμορφώνονται σε χούλιγκαν, γκάγκστερς, βανδαλιστές, δημιουργώντας τη δική τους υποκουλτούρα, που εδραιώνεται και θεριεύει υποσκιάζοντας τη κουλτούρα την ίδια.

Μιας που το σύστημα αδυνατεί να σηκώσει ανάστημα μπρος στην απειλή, που γιγαντώνεται εμπρός του: Μπορώ να σε χτυπήσω εκεί που πονάς. Ναι, δεν γίνεται αγαπητοί Συστημικοί να σκαρφαλώνετε σε θέσεις εξουσίας, όταν έχετε Αχίλλειες πτέρνες, όταν τα κύτταρά σας πάσχουν από την αρρώστια του Μίδα, όταν σκέφτεστε το πολιτικό κόστος πιότερο από το κοινωνικό όφελος. Γιατί έχοντας Αχίλλειες πτέρνες γίνεστε στόχος του υποσυστήματος, γίνεστε μαριονέτες της υποκουλτούρας και έτσι επικρατεί το χάος.

Βιώνουμε συθέμελα μια κοινωνική κρίση, μια βαθιά αξιακή κρίση με οικονομικές συνιστώσες. Όσο το σύστημα εμποτίζεται από την οικονομική απογύμνωση οι κοινωνικές κραυγές ξεφυτρώνουν σαν Λερναία Ύδρα. Και πώς αντιμετωπίζονται; Όχι, με τον πυρσό και τη βοήθεια του Ιόλαου αλλά με το μαχαίρι του Ηρακλή. Και έτσι ξεφυτρώνουν κι άλλα κεφάλια πιότερο δυνατά. Το τέρας θα πεθάνει μόνο με τον πυρσό και τη συνεργασία, μόνο με τη σκέψη και την παιδεία. Η βία δεν πολεμάτε με βία, με Θατσερισμούς. Γιατί έτσι πλήττεται η ίδια η δημοκρατία και οι θεσμοί της. Η βία χρησιμοποιείται σαν αντίδοτο της ανημπόριας.

Λέει το κράτος: Δεν έχω τα δημοκρατικά μέσα να αντιληφθώ τι μού λένε οι κοινωνικές αντιδράσεις, δεν έχω τρόπο να τιθασέψω τη λαϊκή λαίλαπα, δεν έχω χρήμα για να επαναφέρω την έννοια της κοινωνικής τάξης, δεν μού συμφέρει να δώσω βήμα στους σκεπτόμενους, δεν έχω χρόνο να ασχοληθώ με το λαό, οπότε τι μου μένει; Αντιμετωπίζω τα προβλήματα με απολυταρχισμό. Επιβάλλω τη βία στη βία, φυλακίζω την αντίδραση, την κραυγή απόγνωσης, στρουθοκαμηλίζω απέναντι στην κοινωνική πλάνη. Μέσα από την αυστηρή αστυνόμευση περιορίζω την αντίδραση μεταποιώντας την σε χρόνια κατάθλιψη.

Αν ο λαός βιώσει κατάθλιψη, θα μπορώ να τον ελέγχω καλύτερα. Και ύστερα δεν μπορώ να τα πω αυτά ξεκάθαρα, πώς θα βγω να πω πώς είμαι ένα ανήμπορο κοινωνικά κράτος, πώς αδυνατώ να απεμπλακώ από την καρέκλα, πώς κλείνω τα μάτια στην κοινωνική κατάντια; Η κοινωνία θέλει κάτι να σας πει: Ασφυκτιώ, δεν αναπνέω από την οικονομική σας πολιτική που απομυζά κάθε ίντσα του κορμιού μου, δεν αντέχω την ανία. Βλέπεις, κράτος, έμαθα στον πλουτισμό, τόσα χρόνια με είχες παρατημένη στον άκρατο υλισμό, με έμαθες να ξεχνώ, με έμαθες μόνο να θέλω χωρίς να αναρωτιέμαι: το χρειάζομαι ή τι χρειάζομαι κι ύστερα είμαι και απαίδευτη, παιδεία μου είχα το χρήμα και όχι τη γνώση, ποια είμαι δεν ξέρω, πού πάω δεν βλέπω και ξεσπώ. Εσύ, κράτος, μπορείς να με αντέξεις όσο αντέχω εγώ τους περιορισμούς, τη μνημονιακή πολιτική και την ανικανότητα σου;

ΑΡΙΣΤΟΝΙΚΗ ΘΕΟΔΟΣΙΟΥ ΤΡΥΦΩΝΙΔΟΥ
Ψυχολόγος