Περιορίζετε η αναφορά μας στην τέταρτη μόνο προσφυγή της Κύπρου και εν πολλοίς αγνοούμε τις τρεις που προηγήθηκαν κατά την εξαίρετη τότε νομική έμπνευση που είχε τη σχετική πρωτοβουλία. Ας μη διαφεύγει δε της προσοχής ότι η πρώτη καταχωρίσθηκε το 1974 (6780/74) αμέσως μετά την εισβολή.
Τρεις προηγηθείσες διακρατικές προσφυγές, οι οποίες κατά το Άρθρο 24 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων εξετάστηκαν από την Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και οδήγησαν στο μόνο τότε δυνατό επίπεδο διεκδίκησης (αφού η Τουρκία μέχρι τότε δεν είχε αποδεχθεί την υποχρεωτική δικαιοδοσία) στη διαπίστωση σειράς παραβιάσεων πολλών διατάξεων της Σύμβασης από την Τουρκία, σε βάρος της Κύπρου. Όταν η Κυπριακή Δημοκρατία διεκδικεί κατά το Δίκαιο, έχει επιτυχίες, όπως για παράδειγμα το ψήφισμα του ΟΗΕ υπέρ της το 1964 μετά την Τουρκανταρσία, η μετά το ψήφισμα καταδίκης το 1983 της ανακήρυξης του ψευδοκράτους, και με το ψήφισμα καταδίκης το 1974 της τουρκικής εισβολής.
Το ίδιο με την Τέταρτη Διακρατική Προσφυγή. Όμως η πολιτική θεώρηση της ηγεσίας εξαφάνισε, με τη στρατηγική του «καλού παιδιού» που ακολούθησε, όσα το δίκαιο και η διεκδίκηση διασφάλισε υπέρ των δικαιωμάτων του Κράτους και του Λαού. Η μικρή χώρα, η Κυπριακή Δημοκρατία, την οποία η τουρκική πολιτική δεν αναγνωρίζει, πέτυχε με βάση τις αρχές του Ευρωπαϊκού Δικαίου να καταδείξει για μιαν ακόμη φορά την ευθύνη της Τουρκίας, ως ενόχου σωρευτικής παραβίασης ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Ο αείμνηστος Ανδρέας Ν. Λοΐζου (πρώην Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Κύπρου και μετέπειτα Δικαστής στο ΕΔΑΔ) έγραψε για την Τέταρτη Διακρατική Προσφυγή τα ακόλουθα, που ανέπτυξε σε ομιλία του στο Πάντειο Πανεπιστήμιο το 2001 (εκδόθηκε σε βιβλίο μεταγενέστερα από το Πανεπιστήμιο το 2003, υπό τον τίτλο «Η Κύπρος και η Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων»):
«Η Κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας καταχώρισε ενώπιον της Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Τετάρτη Διακρατική Προσφυγή εναντίον της Τουρκίας στις 22 Νοεμβρίου 1994, σχετικά με τις συνθήκες που επικρατούν στο υπό τουρκική κατοχή βόρειο τμήμα της Κύπρου από τον Ιούλιο και Αύγουστο του 1974, και τη συνεχιζόμενη διαίρεση της Νήσου. Στην Έκθεση της Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, η οποία υιοθετήθηκε στις 4 Ιουνίου 1998 και στην οποία γίνεται διαπίστωση των σχετικών γεγονότων, αφού ερευνήθηκαν επιτόπου από Ερευνητική Επιτροπή, εκφράζεται η γνώμη της Επιτροπής ως προς τη νομική πτυχή των θεμάτων που ηγέρθησαν.
Η Επιτροπή αλλά και η Κυπριακή Κυβέρνηση παρέπεμψαν την υπόθεση στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, μια και στο μεταξύ η Τουρκία είχε δεχθεί από τον Ιανουάριο του 1991 την υποχρεωτική δικαιοδοσία του Δικαστηρίου».
Τελικά υπήρξε η απόφαση του ΕΔΑΔ τον Μάιο του 2001 που διαπίστωσε πλέον, ως δικαστική κρίση, σειρά παραβιάσεων της Σύμβασης από το Κράτος της Τουρκίας σε βάρος της Κυπριακής Δημοκρατίας (μεταξύ άλλων για τους αγνοουμένους, για τον εκτοπισμό και τον σεβασμό της κατοικίας και περιουσίας, για τους εγκλωβισμένους Ελληνοκυπρίους της Καρπασίας). Στην απόφαση αυτή τότε, και ειδικά για το άρθρο 41 της Σύμβασης (καταδίκη χρηματική της Τουρκίας) δήλωσε το Δικαστήριο ότι δεν ήταν έτοιμο για να αποφασίσει και ανέβαλε την περαιτέρω εξέτασή της.
Πρόσφατα, 12/5/14, προχώρησε στη γνωστή πλέον καταδικαστική νέα απόφαση κατά της Τουρκίας. Ας σταθούμε με σεβασμό στην τότε πολύτιμη νομική έμπνευση της Νομικής Υπηρεσίας (υπό την καθοδήγηση του τότε Βοηθού Γενικού Εισαγγελέα Λουκή Λουκαΐδη) και ας μελετήσουμε προσεκτικά την προαναφερθείσα ομιλία και συμβολή του αείμνηστου Ανδρέα Ν. Λοΐζου. Πρέπει τα διδάγματα που προκύπτουν να κατευθύνουν (έστω και τώρα) την πολιτική ηγεσία, για να μετατρέψει την όποια στρατηγική της σε αποφασιστική διεκδίκηση δικαίου, χωρίς τις υποχωρήσεις και τα σφάλματα της πλευράς μας, των σαράντα τώρα ετών μιας διαδικασίας που δεν στηρίχθηκε στο δίκαιο.
ΣΙΜΟΣ Α. ΑΓΓΕΛΙΔΗΣ
Υποψήφιος Ευρωβουλευτής
Συμμαχίας Πολιτών




