Πάντοτε διερωτόμουν γιατί οι Αθηναίοι ονόμαζαν τον μεγάλο στωικό φιλόσοφό μας, τον Ζήνωνα τον Κιτιέα, με το προσωνύμιο «ο Φοίνικας»…

Η διεθνοποίηση των οικονομιών κι η ένταξη στην ευρωπαϊκή οικογένεια των τεχνολογικά ανεπτυγμένων κρατών δεν αφήνουν άλλα περιθώρια για την κυπριακή οικονομία από την αναβάθμισή της σε οικονομία γνώσης, όπως άλλωστε καταμαρτυρεί κι η παρούσα κρίση. Πολύ ορθά ο Πρόεδρος διόρισε Επιτροπή για να μελετήσει το θέμα. Δυστυχώς, όπως γίνεται τελευταία, η Επιτροπή προέβη σε μια εκτεταμένη έκθεση, αγνόησε την υπάρχουσα υποδομή κι έκαμε εισηγήσεις, που ουσιαστικά ξεκινούν από την αρχή.

Ένας θα ανέμενε ότι, μετά την κριτική ανασκόπηση των αδυναμιών των υπαρχόντων θεσμών, θα ακολουθήσουν εισηγήσεις για βελτίωσή τους. Μια γενική παρατήρηση στις εισηγήσεις της Επιτροπής είναι ότι ο όλος μηχανισμός θα πρέπει να παραμείνει κάτω από τον Πρόεδρο. Κάθε Υπουργείο έχει τις δικές του προτεραιότητες.

Στην Κύπρο, δυστυχώς, δεν έχουμε συνηθίσει στην αναμονή κι επιμονή, ιδιότητες που χαρακτηρίζουν την έρευνα και καινοτομία. Χαρακτηριστικό μας είναι η επίδοση στο εμπόριο και τη συναλλαγή. Φαίνεται το πέρασμα των Φοινίκων μάς άφησε κάποιες «μεταπρατικές» καταβολές. Δεν είναι τυχαίο το λαϊκό ρητό «για πράττε και μετάπραττε για που την Κύπρο φύε». Πάντοτε διερωτόμουν γιατί οι Αθηναίοι ονόμαζαν τον μεγάλο στωικό φιλόσοφό μας, τον Ζήνωνα τον Κιτιέα, με το προσωνύμιο «ο Φοίνικας».

Σκοπός της αναπτυξιακής πολιτικής της Κύπρου από τις αρχές της δεκαετίας του 1980 ήταν η σταδιακή μετατροπή της σε ένα περιφερειακό οικονομικό Κέντρο, με τη μεταφορά και χρήση σύγχρονης τεχνολογίας.

Παρόλο που η πολιτική αυτή υιοθετήθηκε από τις εκάστοτε Κυβερνήσεις, δεν προωθήθηκε επαρκώς ούτε σωστά. Σήμερα η Κύπρος θα πρέπει να επιδιώξει σθεναρά να διαδραματίσει τον ρόλο αυτό, που συνάδει θαυμάσια με τα συγκριτικά πλεονεκτήματά της, τα οποία ενισχύθηκαν στο μεταξύ με την ίδρυση πανεπιστημίων και ερευνητικών κέντρων και πρόσφατα με την ανακάλυψη του φυσικού αερίου: την καθιέρωσή της ως ενός δυναμικού, ευρωπαϊκού τώρα, οικονομικού κέντρου για τον ευρύτερο μεσανατολικό χώρο κι όχι μόνο, με δραστηριότητες που να χαρακτηρίζονται από υψηλή τεχνολογία, έρευνα και καινοτομία.

Για να διασφαλιστεί ότι η όλη προσπάθεια θα έχει επιτυχία και συνέχεια σε βάθος χρόνου δεν θα πρέπει να προωθηθούν οποιεσδήποτε δραστηριότητες που θα αυξήσουν μόνο τα εισοδήματα, όπως έγινε στο
παρελθόν, αλλά εκείνες που θα παράγουν νέα ή βελτιωμένα προϊόντα ή θα προσφέρουν υψηλού επιπέδου υπηρεσίες. Τέτοιοι είναι οι πρωτογενείς και δευτερογενείς τομείς, καθώς και διάφορες υπηρεσίες (υπεράκτιες, ναυτιλιακές, εκπαιδευτικές, ιατρικές, ενέργειας κ.ά).

Οι υπόλοιποι τομείς θα προωθούνται στο μέτρο που δημιουργούν προστιθέμενη αξία και εισοδήματα, εκσυγχρονιζόμενοι κι αναβαθμιζόμενοι τεχνολογικά. Πέραν του τεχνολογικού βάθους, τα κριτήρια στην επιλογή των τομέων θα πρέπει να περιλαμβάνουν το συγκριτικό μέγεθος της προστιθέμενης αξίας και τον ρυθμό μεταβολής της, τον πρωτοποριακό χαρακτήρα του παραγόμενου προϊόντος ή της προσφερόμενης υπηρεσίας, το εξαγώγιμο τούτου κλπ. Τα κριτήρια αυτά έχουν το κοινό χαρακτηριστικό της αειφόρου κι αυτοπροωθούμενης ανάπτυξης.

Παρόλο που θα μπορούσαν να δοθούν πολλοί ορισμοί για τον όρο τεχνολογική αναβάθμιση της οικονομίας, καταλήξαμε ότι αυτή σημαίνει την περιεκτική προσπάθεια ανάπτυξης επί σταθερής βάσης εκείνων των τομέων που χρησιμοποιούν ή βασίζονται σε μια ή περισσότερες από τις θετικές επιστήμες.

Επειδή οι τομείς αυτοί χρειάζονται χρόνο να αναπτυχθούν, θα πρέπει να υπάρξουν δραστηριότητες με γρήγορες αποδόσεις για να μπορούν έτσι να χρηματοδοτούνται οι πρώτοι. Σε κάθε στιγμή, όμως, θα πρέπει να υπάρχουν σε εξέλιξη διεργασίες έρευνας κι ανάπτυξης. Ένα ικανοποιητικό ποσοστό του ΑΕΠ θα πρέπει να διατίθεται για σκοπούς έρευνας κι ένα σημαντικό ποσοστό των επενδύσεων θα πρέπει να αφορά τεχνολογικούς τομείς.

Όπως και στην περίπτωση του κέρδους των επιχειρήσεων, οι τομείς της οικονομίας δημιουργούν μια υπεραξία, την προστιθέμενη αξία, που το άθροισμα όλων ισοδυναμεί με το ΑΕΠ της χώρας. Το κέρδος των επιχειρήσεων ισοδυναμεί με την απόδοση ενός μόνο συντελεστή παραγωγής, του επενδυμένου κεφαλαίου και μπορεί να είναι αρνητικό (ζημιά), ενώ η προστιθέμενη αξία με την απόδοση όλων των συντελεστών παραγωγής (εργασίας, κεφαλαίου, γης και τεχνολογικής μεταβολής) μπορεί να είναι λιγότερη ή περισσότερη ή η ίδια με την προηγούμενη χρονιά, ανάλογα με την αύξηση της αποδοτικότητας των συντελεστών παραγωγής.

Ας σημειωθεί ότι η σταθερή και γρήγορη μεγέθυνση του ΑΕΠ εξαρτάται από την αύξηση του όγκου των συντελεστών παραγωγής αλλά κι από τη βελτίωση της ποιότητας του καθενός ξεχωριστά καθώς και της «τεχνολογίας» του συνδυασμού τους. Επισημαίνεται έτσι και πάλι η τεράστια σημασία της τεχνολογικής αναβάθμισης της παραγωγής προστιθέμενης αξίας.

Οι επιλεγησόμενες οικονομικές δραστηριότητες πρέπει να έχουν και το στοιχείο της ταχείας μεγέθυνσης διαχρονικά, που εξαρτάται κι από το περιβάλλον που ρυθμίζει θέματα όπως η ζήτηση και τα συγκριτικά πλεονεκτήματά τους. Στην περίπτωση αυτή υπεισέρχεται η εξωτερική ζήτηση και το ανταγωνιστικό περιβάλλον. Η ζήτηση του συγκεκριμένου προϊόντος ή υπηρεσίας είναι πρωταρχικής σημασίας για την επιβίωση της παραγωγής ή προσφοράς της. Στην ενεργοποίηση της ζήτησης καθοριστικός παράγοντας είναι η ανταγωνιστικότητά του τόσο από πλευράς ποιότητας όσο κι από πλευράς τιμής. Η τεχνολογία είναι και πάλι σημαντικός παράγοντας.

Καταλήγοντας, ήθελα να τονίσω ξανά ότι χρειάζεται επειγόντως η επεξεργασία ενός Σχεδίου Ανάπτυξης, μέσα στο οποίο προγραμματισμένα και συντονισμένα θα ενισχύονται και προωθούνται και τα θέματα έρευνας, καινοτομίας κι επιχειρηματικότητας.

ΔΡ. ΙΑΚΩΒΟΥ ΑΡΙΣΤΕΙΔΟΥ
 Πρώην Υπουργός και
Πρώην Γενικός Διευθυντής Γραφείου Προγραμματισμού
www.iacovosaristidou.com