Οι εισηγητές του μοντέλου αυτού οφείλουν να δώσουν κάποιες εξηγήσεις στην κοινή γνώμη, η οποία απαιτεί σήμερα την εφαρμογή του ΓεΣΥ
Μέσα από δημόσιες τοποθετήσεις το τελευταίο διάστημα του νέου Υπουργού Υγείας Δρα Φ. Πατσαλή, καθώς και του συμβούλου της κυβέρνησης (μέλους του Συμβουλίου Εθνικής Οικονομίας) Δρα Θ. Παναγιώτου, είναι πλέον σαφές ότι η στρατηγική της κυβέρνησης για το καυτό θέμα του Γενικού Σχεδίου Υγείας, συνοψίζεται στα εξής:
*Πρώτο: Απαξίωση και εγκατάλειψη του μέχρι σήμερα σχεδιασμού και της φιλοσοφίας για την εφαρμογή του ΓεΣΥ όπως προβλέπεται από τη σχετική νομοθεσία.
*Δεύτερο: Μετατροπή του ΓεΣΥ σε ένα «μεικτό» σύστημα βασισμένο στις ιδιωτικές ασφαλιστικές εταιρείες, το οποίο θα εφαρμοστεί σταδιακά (άγνωστο πώς και πότε) σε βάθος χρόνου.
*Τρίτο: Διαχείριση της Τρόϊκας και των χρονοδιαγραμμάτων του Μνημονίου με τρόπον ώστε να καταστεί δυνατή η υλοποίηση των πιο πάνω στόχων.
Βασική παραδοχή στην οποία εδράζεται η στρατηγική αυτή είναι ότι το σημερινό «σύστημα» υγείας εξακολουθεί να είναι υποφερτό και γι’ αυτό δεν επείγει η εφαρμογή του ΓεΣΥ, η οποία μπορεί να αναβληθεί για αργότερα (άγνωστο πότε). Βέβαια, από μόνη της η παραδοχή αυτή είναι αρκετή για να αποδεικτοί πέραν πάσης αμφιβολίας, ότι οι στόχοι αυτοί της κυβέρνησης δεν έχουν καμιά απολύτως σχέση με την πραγματικότητα και γι’ αυτό, τελικά, μόνο ζημιά μπορούν να προκαλέσουν στους ασθενείς που περιμένουν την εφαρμογή του ΓεΣΥ.
Είναι δε ιδιαίτερα ανησυχητικό το γεγονός ότι το τελευταίο διάστημα επιχειρείται εργολαβικά η δημιουργία λανθασμένων εντυπώσεων για το ΓεΣΥ, όπως αυτό έχει διαμορφωθεί μέχρι σήμερα, αποσκοπώντας στην απαξίωση σχεδιασμών και μελετών, που έγιναν από διεθνούς φήμης Οίκους. Για παράδειγμα, προβάλλονται αναληθείς ισχυρισμοί ότι δήθεν το ΓεΣΥ σχεδιάστηκε προ εικοσαετίας, ότι αντιγράφει τις αποτυχίες του συστήματος υγείας του Ηνωμένου Βασιλείου, ότι θεσμοθετεί τη διαπλοκή, ότι δεν δίνει καμιά έμφαση στην πρόληψη των ασθενειών, ότι ακόμα και στην περίπτωση επείγοντος καρδιακού περιστατικού ο ασθενής θα είναι υποχρεωμένος να επισκεφτεί πρώτα τον οικογενειακό του γιατρό και άλλα πολλά, τα οποία δεν έχουν σχέση με την πραγματικότητα και, προφανώς, αποσκοπούν στον εκφοβισμό των ασθενών με στόχο την προώθηση ενός «μεικτού» συστήματος βασισμένου στις ιδιωτικές ασφαλιστικές εταιρείες.
Οι εισηγητές του μοντέλου αυτού οφείλουν να δώσουν κάποιες εξηγήσεις στην κοινή γνώμη, η οποία απαιτεί σήμερα την εφαρμογή του ΓεΣΥ. Για παράδειγμα:
*Γιατί οι χώρες που εφαρμόζουν παρόμοιο μοντέλο βασισμένο στις ιδιωτικές ασφαλιστικές εταιρείες (π.χ. Η.Π.Α., Ελβετία, Ολλανδία), έχουν τα ακριβότερα συστήματα υγείας στον κόσμο; Μπορεί η πτωχεύσασα οικονομία της Κύπρου να αντέξει ένα τέτοιο ακριβό σύστημα υγείας;
*Για ποιο λόγο στις χώρες αυτές εκτοξεύονται οι δαπάνες της Υγείας παρά τη λειτουργία δήθεν υγιούς ανταγωνισμού μεταξύ των ασφαλιστικών εταιρειών; Μήπως γιατί στην πράξη ο ανταγωνισμός αυτός λειτουργεί τελικά προς όφελος των ασφαλιστικών εταιρειών;
*Πού στηρίζεται η προσδοκία ότι στη μικρή Κύπρο, των ολιγοπωλίων και των καρτέλ, ο ανταγωνισμός αυτός θα λειτουργήσει στην πράξη προς όφελος των ασθενών;
*Πώς ακριβώς θα μειωθεί το κόστος της Υγείας, όταν για κάθε €100 πού πληρώνονται σήμερα από τις ασφαλιστικές εταιρείες στους γιατρούς και τους άλλους επαγγελματίες για υπηρεσίες υγείας, χρειάζονται περίπου άλλα €40 για το λειτουργικό κόστος και το κέρδος των ιδιωτικών ασφαλιστικών εταιρειών; Μήπως τη νύφη θα την πληρώσουν τελικά οι γιατροί, οι νοσηλευτές, οι φαρμακοποιοί, οι κλινικές και οι άλλοι επαγγελματίες υγείας; Ή μήπως θα την πληρώσει η ποιότητα των υπηρεσιών που θα λαμβάνουν οι ασθενείς;
*Γιατί μόνο πολύ λίγοι ασθενείς εμπιστεύονται σήμερα στην Κύπρο την περίθαλψη τους στις ιδιωτικές ασφαλιστικές εταιρείες; Μήπως γιατί ισχύουν ένα σωρό όροι, προϋποθέσεις, εξαιρέσεις και περιορισμοί στις καλύψεις τους; Ή μήπως γιατί τα ασφάλιστρα τους είναι απαγορευτικά, ιδιαίτερα για τους ηλικιωμένους και τους χρόνιους ασθενείς;
*Τέλος, λαμβάνοντας υπόψη τα πιο πάνω, πως γίνεται να εισηγείται κάποιος την εφαρμογή ενός τέτοιου μοντέλου το οποίο δεν έχει ποτέ κοστολογηθεί με τα δεδομένα της Κύπρου και κανείς δεν ξέρει πόσα ακριβώς θα στοιχίσει για τους εργαζόμενους, τους εργοδότες αλλά και τα δημόσια οικονομικά;
ΜΑΡΙΑ ΧΡΥΣΑΝΘΟΥ
Οικονομολόγος
Τα ακίνητα της εβδομάδας




