Είναι πολύ εύκολο να χαϊδεύουμε τα αφτιά των ασθενών με εύηχες, πλην όμως επιφανειακές και ατεκμηρίωτες προτάσεις, για ένα δήθεν σπουδαίο ΓΕΣΥ μέσω των ιδιωτικών ασφαλιστικών εταιρειών

Γίνεται πολύς λόγος τελευταίως για την εφαρμογή ενός «μεικτού» Γενικού Σχεδίου Υγείας (ΓεΣΥ), με την εμπλοκή των ιδιωτικών ασφαλιστικών εταιρειών. Το βασικό επιχείρημα της πρότασης αυτής στηρίζεται στη θεωρία ότι, μέσω του ανταγωνισμού μεταξύ των ασφαλιστικών εταιρειών, θα παρέχεται καλύτερης ποιότητας περίθαλψη και το κόστος θα είναι χαμηλότερο σε σχέση με το ΓεΣΥ, όπως αυτό έχει σχεδιαστεί μέχρι σήμερα. Πόσο αντέχει, όμως, το επιχείρημα αυτό στη βάσανο της λογικής και πόση σχέση έχει με την πραγματικότητα στην Κύπρο αλλά και διεθνώς;

Κατ' αρχάς, εάν το πιο πάνω επιχείρημα ισχύει, τότε πώς εξηγείται το γεγονός ότι σήμερα στην Κύπρο το μερίδιο των ιδιωτικών ασφαλιστικών εταιρειών είναι τόσο χαμηλό (μόνο 7% των δαπανών Υγείας), παρά το γεγονός ότι το 50% περίπου των δαπανών για την Υγεία καταβάλλονται απευθείας από την τσέπη των ασθενών; Αφού, δηλαδή, το επίπεδο της ποιότητας των υπηρεσιών υγείας που εξασφαλίζουν οι ιδιωτικές ασφαλιστικές εταιρείες είναι ψηλό και τα ασφάλιστρά τους χαμηλά, γιατί οι ασθενείς δεν τρέχουν να υπογράψουν ασφαλιστικά συμβόλαια μαζί τους; Μήπως γιατί τα ασφάλιστρά τους είναι ψηλά; Μήπως γιατί ισχύουν ένας σωρός όροι, προϋποθέσεις, εξαιρέσεις και περιορισμοί στις καλύψεις τους; Μήπως γιατί, τελικά, οι ασθενείς δεν μπορούν να τους εμπιστευτούν την υγεία τους και αυτήν των οικογενειών τους;

Κατά δεύτερο, οι υποστηρικτές της πρότασης αυτής οφείλουν να μας εξηγήσουν γιατί οι χώρες που βασίζονται στις ιδιωτικές ασφαλιστικές εταιρείες, όπως είναι, για παράδειγμα, οι ΗΠΑ, η Ελβετία ή η Ολλανδία, έχουν τα ακριβότερα συστήματα υγείας στον κόσμο. Τόσο ως ποσοστό του Ακαθάριστου Εθνικού τους Προϊόντος, όσο και ως προς τις κατά κεφαλήν δαπάνες για την Υγεία. Για ποιο λόγο, δηλαδή, εκτοξεύονται οι δαπάνες της Υγείας, παρά τη λειτουργία ανταγωνισμού μεταξύ των ασφαλιστικών εταιρειών; Και εάν στις ΗΠΑ, που είναι η μητέρα πατρίδα του ελεύθερου ανταγωνισμού, δεν κατέστη δυνατό μέχρι σήμερα ο ανταγωνισμός αυτός να οδηγήσει σε μείωση του κόστους της Υγείας, πού στηρίζεται η προσδοκία ότι αυτό θα γίνει κατορθωτό στη μικρή Κύπρο; Εάν, δε, λάβουμε υπόψη μας ότι στην Κύπρο μέχρι σήμερα οι εποπτικές Αρχές δεν κατάφεραν να αποτρέψουν τη λειτουργία αριθμού ολιγοπωλίων και καρτέλ, τότε μια τέτοια προσδοκία φαίνεται να είναι εντελώς ανεδαφική.

Επιπρόσθετα, αν αναλύσει κάποιος σε μεγαλύτερο βάθος τον τρόπο λειτουργίας των ιδιωτικών ασφαλιστικών εταιρειών στην Κύπρο με βάση στοιχεία του ίδιου του Συνδέσμου Ασφαλιστικών Εταιρειών Κύπρου, θα διαπιστώσει εύκολα ότι ένα μεγάλο ποσοστό της τάξης περίπου του 40% των ασφαλίστρων που καταβάλλουν οι ασφαλιζόμενοι ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης, καταλήγει σε λειτουργικό κόστος (π.χ. προμήθειες, διαχείριση συμβολαίων, αντασφαλίσεις και άλλα λειτουργικά έξοδα) και σε κέρδος των ασφαλιστικών εταιρειών, αντί να καταβάλλεται στους γιατρούς, τους νοσηλευτές, τους φαρμακοποιούς, τις κλινικές κλπ., οι οποίοι παρέχουν τις υπηρεσίες υγείας.

Ως εκ τούτου, οι υποστηρικτές της πρότασης αυτής οφείλουν να μας εξηγήσουν ακριβώς με ποιον τρόπο θα μειωθεί το κόστος της Υγείας, όταν για κάθε €100 που καταβάλλονται στους παροχείς για υπηρεσίες υγείας, χρειάζονται περίπου άλλα €40 για να καλυφθεί το λειτουργικό κόστος και το κέρδος των ασφαλιστικών εταιρειών; Μήπως για να επιτευχθεί κάτι τέτοιο θα πρέπει, τελικά, να μειωθούν αυθαίρετα και κατακόρυφα οι αμοιβές των γιατρών, των νοσηλευτών, των φαρμακοποιών, των κλινικών κλπ., ή οι ασφαλιστικές εταιρείες να συμβάλλονται με χαμηλότερου επιπέδου παροχείς υπηρεσιών;

Και αν είναι αυτά που θα συμβούν, τότε τι επιπτώσεις θα υπάρξουν στην προσβασιμότητα και την ποιότητα των υπηρεσιών που θα λαμβάνουν οι ασθενείς, αλλά και στο δικαίωμά τους να επιλέγουν ελεύθερα τους παροχείς φροντίδας υγείας; Καταλήγοντας, θα έλεγα το εξής: Είναι πολύ εύκολο να χαϊδεύουμε τα αφτιά των ασθενών με εύηχες, πλην όμως επιφανειακές και ατεκμηρίωτες προτάσεις, για ένα δήθεν σπουδαίο Γενικό Σχέδιο Υγείας μέσω των ιδιωτικών ασφαλιστικών εταιρειών. Ταυτόχρονα, όμως, είναι και πολύ επικίνδυνο για την υγεία των ασθενών, το βαλάντιό τους, αλλά και για την οικονομία του τόπου!

ΜΑΡΙΑ ΧΡΥΣΑΝΘΟΥ
Οικονομολόγος