Αποτελεί για την ελληνοκυπριακή πλευρά μια θετική βάση διαπραγμάτευσης με την ευχή όλων να επιτευχθεί μια συνολική διευθέτηση του προβλήματος, μακροπρόθεσμα βιώσιμη και λειτουργική για όλον τον κυπριακό λαό
Ένα κατ’ εξοχήν πολιτικό κείμενο, όπως το Κοινό Ανακοινωθέν Αναστασιάδη-Έρογλου, έχει επιδεχθεί αλλεπάλληλες κριτικές και αμφισβήτηση τόσο επί του ίδιου του περιεχομένου του όσο και στην ερμηνεία συγκεκριμένων προνοιών, με βάση, όχι πολιτικούς, αλλά κυρίως νομικούς κανόνες ερμηνείας. Στόχος τέτοιων κριτικών και της προσπάθειας αμφισβήτησης, δεν ήταν πάντα η καλοπροαίρετη εξακρίβωση του αληθινού περιεχομένου του, αλλά περισσότερο η στοιχειοθέτηση του επιχειρήματος ότι είτε η συμφωνημένη ρήτρα είναι πολιτικά λανθασμένη ή αρνητική για την πλευρά μας, είτε ότι η ερμηνεία που αποδίδει η δική μας πλευρά δεν είναι ούτε η μοναδική και/ή ούτε ορθή.
Ανεξάρτητα από τα κίνητρα για την πιο πάνω κριτική και αμφισβήτηση, οφείλουμε να αναγνωρίσουμε ότι το κείμενο είναι τόσο μεγάλης πολιτικής σημασίας που θα πρέπει να μας απασχολήσουν, κατά την άποψη μου, τόσο η κριτική στο περιεχόμενο όσο και η αμφισβήτηση της ερμηνείας, για να μπορέσουμε να καταλήξουμε σε ασφαλή συμπεράσματα όσον αφορά το τι πραγματικά αντικατοπτρίζει αυτό το Κοινό Ανακοινωθέν και πόσο θετικό ή αρνητικό είναι εν τέλει για την πλευρά μας.
Επίκαιρο ζήτημα
Παρά το γεγονός ότι το Κοινό Ανακοινωθέν εκδόθηκε στις 11 Φεβρουαρίου 2014, εντούτοις συνεχίζει να αποτελεί ένα επίκαιρο ζήτημα ενδιαφέροντος, και θα συνεχίσει να απασχολεί και τις ίδιες τις πλευρές των διαπραγματεύσεων, και τα πολιτικά κόμματα, αλλά και τον πολίτη. Στόχος του παρόντος άρθρου είναι να καταδείξει εν πρώτοις πόσο «πρωτότυπο» είναι τελικά το Κοινό Ανακοινωθέν, ήτοι να διαπιστωθεί ποιες από τις πρόνοιές του συμφωνούνται ή συναντώνται για πρώτη φορά στην πολιτική ιστορία, ποιες έχουν ήδη συμφωνηθεί σε παλαιότερα πολιτικά κείμενα που αφορούν το Κυπριακό, και πώς ερμηνεύονται με βάση νομικούς και/ή πολιτικούς κανόνες ερμηνείας.
Αναλύοντάς το, θα είναι εύκολο να κατανοήσει εν τέλει κανείς πόσο θετικό ή αρνητικό είναι αυτό το περιβόητο κείμενο για τη δική μας πλευρά και πού ακριβώς στεκόμαστε σαν αφετηρία αυτού του νέου γύρου διαπραγματεύσεων. Θα πρέπει να διευκρινίσω ότι το Σύνταγμα ως νομικό κείμενο είναι κατ' αρχήν το ίδιο αντικείμενο ερμηνείας. Οι βασικές συνταγματικές αρχές αποτελούν ταυτόχρονα και βασικές ερμηνευτικές αρχές. Τι σημαίνει αυτό κατ’ επέκτασιν;
Ότι, επειδή Σύνταγμα και πολιτική συνδέονται, ειδικά στην περίπτωση της Κύπρου η ερμηνεία του Συντάγματος συνεπάγεται τεράστιες πολιτικές επιπτώσεις και θα μπορεί να χρησιμοποιηθεί στο επίπεδο πολιτικής επιχειρηματολογίας. Επίσης, με βάση το αξίωμα in dubio pro libertate, ο ερμηνευτής ωθείται να υιοθετήσει, ανάμεσα σε ισοδύναμες ερμηνευτικές εκδοχές, εκείνη που παρέχει περισσότερη ελευθερία στους πολίτες. Τέλος, το Σύνταγμα υπερέχει τυπικά του κοινού δικαίου. Λαμβάνοντας υπ' όψιν ότι το Κοινό Ανακοινωθέν αποτελεί ένα προσχέδιο ενός Συντάγματος, η σημασία του είναι εξαιρετική για το μετέπειτα.
Η ανάλυση του Ανακοινωθέντος
Αναλύοντας το Κοινό Ανακοινωθέν:
«Οι δυο ηγέτες είχαν την πρώτη τους συνάντηση σήμερα υπό την αιγίδα της αποστολής των καλών υπηρεσιών του Γενικού Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών. Η συνάντηση πραγματοποιήθηκε σε φιλικό και εγκάρδιο κλίμα και οι δυο ηγέτες συμφώνησαν στα ακόλουθα:
1. Η παρούσα κατάσταση είναι απαράδεκτη και η παράτασή της θα έχει αρνητικές συνέπειες για τους Ελληνοκύπριους και τους Τουρκοκύπριους. Οι ηγέτες επιβεβαίωσαν ότι η διευθέτηση θα έχει θετική επίδραση σε ολόκληρη την περιοχή και πρωτίστως θα επωφελούνται οι Τουρκοκύπριοι και οι Ελληνοκύπριοι. Η διευθέτηση χαρακτηρίζεται από σεβασμό στις δημοκρατικές αρχές, τα ανθρώπινα δικαιώματα και τις βασικές ελευθερίες, καθώς και στη ξεχωριστή ταυτότητα και την ακεραιότητα αμφοτέρων, διασφαλίζοντας το κοινό τους μέλλον σε μια ενωμένη Κύπρο εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης».
Στη Συμφωνία 8ης Ιουλίου 2006 μεταξύ Παπαδόπουλου-Ταλάτ, στην ελληνική μετάφραση του Γραφείου Τύπου και Πληροφοριών, αναφέρεται επί λέξει ότι «το στάτους κβο είναι απαράδεκτο και η παράτασή του θα είχε αρνητικές επιπτώσεις για τους Τουρκοκύπριους και τους Ελληνοκύπριους» (σημείο 2). Στο παρόν Ανακοινωθέν του 2014, στην ελληνική μετάφραση του Γραφείου Τύπου και Πληροφοριών, η λατινική έκφραση «στάτους κβο» αντικαθίσταται με την ελληνική «παρούσα κατάσταση». Στο αγγλικό κείμενο, που είναι και το επίσημα συμφωνημένο, η έκφραση που χρησιμοποιείται παγίως είναι status quo.
Το τι σημαίνει «παρούσα κατάσταση» είναι αυτονόητο. Είναι ένας γενικός όρος, που χρησιμοποιήθηκε χωρίς την ανάγκη να συγκεκριμενοποιηθεί λόγω ακριβώς της γενικότητάς της. Συμπεριλαμβάνει όλα όσα είναι απαράδεκτα σήμερα, στην «παρούσα κατάσταση». Τουρκική κατοχή, καταπάτηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, κατοχικά στρατεύματα, μη εκπροσώπηση Τουρκοκυπρίων κ.ά. Αν δεν ήταν απαράδεκτη η κατάσταση, θα ήταν, αντίθετα, αποδεκτή και άρα δεν θα υπήρχε «πρόβλημα» per se και άρα δεν θα υπήρχε ανάγκη εξεύρεσης λύσης. Ακριβώς λόγω του ότι ο όρος είναι αυτονόητος, το περιεχόμενο του όρου δεν αναλύθηκε και δεν συγκεκριμενοποιήθηκε ούτε και στη Συμφωνία 8ης Ιουλίου 2006.
Επιπρόσθετα, η ερμηνεία της πιο πάνω θέσης υποστηρίζεται και καθοδηγείται από το υπόλοιπο περιεχόμενο της παραγράφου, όπου σε αντίθεση με τη Συμφωνία 8ης Ιουλίου, γίνεται περαιτέρω διευκρίνιση για θετική επίδραση και όφελος και για τις δύο κοινότητες. Γίνεται επίσης αναφορά σε δημοκρατικές αρχές, ανθρώπινα δικαιώματα και βασικές ελευθερίες, ξεχωριστή ταυτότητα, κοινό μέλλον των κοινοτήτων σε ενωμένη Κύπρο εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Η διευκρίνιση αυτή θεωρώ ότι είναι εξαιρετικά σημαντική διότι επεκτείνει την κάλυψη του Κοινού Ανακοινωθέντος όχι μόνο σε θέματα διακυβέρνησης και κατανομής εξουσιών, όπως θα δούμε πιο κάτω, αλλά επιπρόσθετα προνοεί και για το κεφάλαιο των ανθρωπίνων δικαιωμάτων του νέου Συντάγματος και προδιαγράφει τις βασικές ελευθερίες μέσα από το ευρωπαϊκό κεκτημένο. Αυτή δεν είναι άλλωστε μια βασική επιδίωξη, επί σειρά ετών, της ελληνοκυπριακής πλευράς;
Τέλος, αναφέρω ότι σε κανένα από τα κοινά ανακοινωθέντα ή κοινές δηλώσεις Χριστόφια-Ταλάτ δεν γίνεται αναφορά στα πιο πάνω ζητήματα.
2. «Οι ηγέτες εξέφρασαν την αποφασιστικότητά τους να επαναρχίσουν δομημένες διαπραγματεύσεις με τρόπο που να οδηγεί σε αποτελέσματα. Όλα τα άλυτα βασικά θέματα θα είναι στο τραπέζι και θα συζητηθούν αλληλένδετα. Οι ηγέτες θα έχουν ως στόχο να φθάσουν σε διευθέτηση το συντομότερο δυνατόν και ακολούθως να πραγματοποιήσουν χωριστά και ταυτόχρονα δημοψηφίσματα». Το πρώτο θέμα που προκύπτει από την παράγραφο αυτή, είναι η αναφορά σε διευθέτηση «το συντομότερο δυνατόν» και η οποία διασφαλίζει την απουσία ασφυκτικών, δεσμευτικών χρονοδιαγραμμάτων. Ανάλογη ρήτρα υπήρχε και στη Συμφωνία 8ης Ιουλίου 2006 («[...] συνολική διευθέτηση [...] δεν θα πρέπει να καθυστερήσει περαιτέρω, [...] συμφωνία για άμεση έναρξη διαδικασίας [...]»).
Δεύτερο θέμα είναι ο συνδυασμός του περιεχομένου της πρόνοιας αυτής με την υιοθέτηση της αρχής διαπραγματεύσεων ότι «τίποτα δεν θεωρείται ότι έχει συμφωνηθεί, μέχρι να συμφωνηθούν τα πάντα», στην παράγραφο 5 του Κοινού Ανακοινωθέντος. Τρίτο, όλα τα «άλυτα» ζητήματα θα συζητηθούν «αλληλένδετα». Και τα τρία πιο πάνω, έχουν κριθεί κατά γενική ομολογία ως θετικά σημεία.
Θεωρώ ότι από τη στιγμή που τα μέρη υιοθετούν την αρχή ότι «τίποτα δεν θεωρείται ότι έχει συμφωνηθεί, μέχρι να συμφωνηθούν τα πάντα», η σημασία οποιωνδήποτε θεμάτων που χαρακτηρίζονται ως «άλυτα» είναι προσωρινής φύσεως, δηλαδή μη μόνιμος χαρακτηρισμός που αφορά μόνο τη διαδικασία των ενεργών διαπραγματεύσεων και ως εκ τούτου άνευ ιδιαίτερης σημασίας.
Η αναφορά σε διευθέτηση «το συντομότερο δυνατόν» είναι ρητή και, ως εκ τούτου, δεν τίθεται θέμα αμφισβήτησης του αληθινού νοήματος της συμφωνημένης ρήτρας, ούτε με γραμματολογική, ούτε με λογική, ούτε και με τελολογική ερμηνεία, για διαφορετική πρόνοια και επαναφορά χρονοδιαγραμμάτων, παρά μόνο αν συμφωνηθεί διαφορετικά από τα μέρη. Επομένως, το εάν η άλλη πλευρά επιδιώκει και επαναφέρει το ζήτημα των χρονοδιαγραμμάτων, ουδεμία πρακτική διαφοροποίηση επιφέρει. Εξάλλου, pacta sunt servanda.
3. «Η διευθέτηση θα βασίζεται σε δικοινοτική, διζωνική ομοσπονδία με πολιτική ισότητα, όπως καθορίζεται στα σχετικά ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας και τις Συμφωνίες Υψηλού Επιπέδου».
Η αναφορά σε δικοινοτική, διζωνική ομοσπονδία με πολιτική ισότητα καθορίζεται στα Ψηφίσματα 750/1992, 649/90, 716/91, στη Συμφωνία 8ης Ιουλίου 2006, και γενικά αποτελεί πάγια βάση διαπραγμάτευσης για συνολική διευθέτηση του κυπριακού προβλήματος.
Επειδή έχει επισημανθεί ότι αντί να γίνει αναφορά σε διζωνική, δικοινοτική ομοσπονδία γίνεται αναφορά στο Κοινό Ανακοινωθέν σε δικοινοτική, διζωνική ομοσπονδία (ακόμα και αν δεχθούμε παραδόξως την όποια διαφοροποίηση του νοήματος λόγω της αναστροφής των επιθέτων που βρίσκονται πλησιέστερα στο ουσιαστικό «ομοσπονδία»), θα πρέπει να επισημανθεί ότι έχει ακολουθηθεί επακριβώς η σειρά και η φράση όπως υιοθετείται στα εν λόγω ψηφίσματα, επομένως καμία σκοπιμότητα δεν πρέπει να αποδίδεται σε αυτό.
«Η ενωμένη Κύπρος, ως μέλος των Ηνωμένων Εθνών και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, θα έχει μια και μόνη διεθνή νομική προσωπικότητα και μια και μόνη κυριαρχία, η οποία καθορίζεται ως η κυριαρχία που απολαμβάνουν όλα τα κράτη-μέλη των Ηνωμένων Εθνών υπό τον χάρτη του ΟΗΕ και η οποία προέρχεται εξίσου από Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύπριους. Θα υπάρχει μία και μόνη κυπριακή ιθαγένεια, που θα ρυθμίζεται από την ομοσπονδιακή νομοθεσία. Όλοι οι πολίτες της ενωμένης Κύπρου θα είναι ταυτόχρονα πολίτες είτε της ελληνοκυπριακής συνιστώσας πολιτείας είτε της τουρκοκυπριακής συνιστώσας πολιτείας. Αυτή η ιδιότητα θα είναι εσωτερική και θα συμπληρώνει, και δεν θα αντικαθιστά με οποιονδήποτε τρόπο, τη μία και μόνη κυπριακή ιθαγένεια».
Η ρήτρα αυτή ουσιαστικά κατοχυρώνει τον ομοσπονδιακό χαρακτήρα της λύσης και αποκλείει συνομοσπονδία και ειδικότερα η ρητή πρόνοια «ως μέλος των Ηνωμένων Εθνών και της Ευρωπαϊκής Ένωσης» επιβεβαιώνει ότι δεν πρόκειται για παρθενογένεση κράτους αλλά σαφώς μετεξέλιξη.
Τα τρία singles, ήτοι η μονή διεθνής προσωπικότητα της Ενωμένης Κύπρου, η μία και μόνη κυριαρχία, και η μία και μόνη κυπριακή ιθαγένεια δεν προνοούνται για πρώτη φορά, αλλά θα τα συναντήσει κανείς και στα Ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας 649/90 και 750/92. Σε κανένα από αυτά τα Ψηφίσματα, που αποτελούν προμετωπίδα των θέσεών μας, δεν γίνεται αναφορά σε εσωτερική ή εξωτερική κυριαρχία, μια διαφοροποίηση που μόλις πρόσφατα ανέκυψε σαν μείζον θέμα.
Η σημασία των Μέτρων Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης
Η ΠΡΟΤΑΣΗ «Αυτή η ιδιότητα θα είναι εσωτερική και θα συμπληρώνει, και δεν θα αντικαθιστά με οποιονδήποτε τρόπο, τη μία και μόνη κυπριακή ιθαγένεια», αποτελεί τη μόνη πρωτότυπη και νεότοκη πρόνοια από την παράγραφο 3 (α) του Κοινού Ανακοινωθέντος, και μόνο θετική μπορεί να χαρακτηριστεί για την ελληνοκυπριακή πλευρά, διότι ενδυναμώνει τη μία και ενιαία κυπριακή ιθαγένεια, αποκλείοντας κάθε περιθώριο αμφισβήτησης.
Επιπλέον, συγκριτικά με τον όρο «εσωτερική ιθαγένεια», που χρησιμοποιήθηκε στο Ανάν το 2004, η τροποποίηση σε «εσωτερική ιδιότητα του πολίτη» μόνο θετική μπορεί να κριθεί για την πλευρά μας. Το ότι η κυριαρχία θα προέρχεται εξίσου από Ελληνοκυπρίους και Τουρκοκυπρίους δεν αποτελεί τίποτε άλλο, κατά την άποψή μου, παρά ρητή αποτύπωση της βασικής γενικής συνταγματικής αρχής ότι η κυριαρχία πηγάζει από τον λαό. Παραπέμπω, σχετικά, λόγου χάρη στο άρθρο 20 του Γερμανικού Συντάγματος, που αναφέρει ότι η κρατική κυριαρχία πηγάζει από τον λαό και ασκείται, με διάκριση εξουσιών, σε εκλογικές διαδικασίες μέσω νομοθετικών, εκτελεστικών και δικαστικών σωμάτων (ελεύθερη μετάφραση της υποφαινόμενης).
Είναι αναμενόμενο, κατά την άποψή μου, να ικανοποιηθεί η ανάγκη των Τουρκοκυπρίων να γίνει ρητή αναφορά σε Τουρκοκυπρίους και σε Ελληνοκυπρίους και της λέξης «εξίσου», προς κατοχύρωση της ανάγκης τους να μην αποκλειστούν από τη συμμετοχή στην εξουσία.
Στη Δέσμη Ιδεών Γκάλι του 1992 και στο Σχέδιο Ανάν του 2004 γίνεται αναφορά σε εξουσία που εκπηγάζει ισότιμα από τις κοινότητες, άρα η τροποποίηση σε «κυριαρχία [...] η οποία προέρχεται εξίσου από Ελληνοκυπρίους και Τουρκοκυπρίους» θεωρώ ότι είναι μια θετική εξέλιξη.
«Οι εξουσίες της ομοσπονδιακής κυβέρνησης, καθώς και θέματα που είναι σαφώς σχετικά με τις καθορισμένες αρμοδιότητές της, θα προσδιορίζονται από το Σύνταγμα. Το ομοσπονδιακό Σύνταγμα θα προνοεί επίσης ότι το κατάλοιπο εξουσίας θα ασκείται από τις συνιστώσες πολιτείες. Οι συνιστώσες πολιτείες θα ασκούν πλήρως και οριστικά όλες τις εξουσίες τους, χωρίς επεμβάσεις από την ομοσπονδιακή κυβέρνηση. Οι ομοσπονδιακοί νόμοι δεν θα καταπατούν τις νομοθεσίες των συνιστωσών πολιτειών που εμπίπτουν στις αρμοδιότητες των συνιστωσών πολιτειών και οι νομοθεσίες των συνιστωσών πολιτειών δεν θα καταπατούν τους ομοσπονδιακούς νόμους που εμπίπτουν στις αρμοδιότητες της ομοσπονδιακής κυβέρνησης.
Οποιαδήποτε διαφορά σε σχέση με τα πιο πάνω θα δικάζεται τελικά από το Ομοσπονδιακό Ανώτατο Δικαστήριο. Καμιά από τις δυο πλευρές δεν μπορεί να διεκδικεί εξουσία ή δικαιοδοσία από την άλλη». Η παράγραφος αυτή εμπεριέχει νεότοκες πρόνοιες, που συνιστούν διευκρίνιση συνταγματικής διακυβέρνησης.
Προνοείται ότι το Σύνταγμα θα καθορίζει τις εξουσίες και αρμοδιότητες της Ομοσπονδιακής Κυβέρνησης. Ό,τι απομένει και δεν καθορίζεται από το Σύνταγμα ως ανήκον στην ομοσπονδιακή κυβέρνηση, το ίδιο το Σύνταγμα θα καθορίζει ότι θα ανήκει στις συνιστώσες πολιτείες (το λεγόμενο «residual» ή ελληνιστί «κατάλοιπο»).
Σε Συντάγματα ομοσπονδιακά στην Ευρώπη (Γερμανία, Αυστρία παραδείγματος χάριν) η ομοσπονδιακή κυβέρνηση έχει εξουσίες και αρμοδιότητες που της αποδίδει το Σύνταγμα, είτε αποκλειστικές είτε και συντρέχουσες (στην τελευταία περίπτωση διευρύνεται ακόμα περισσότερο το φάσμα των εξουσιών και αρμοδιοτήτων). Θέματα εξωτερικής πολιτικής, εκπροσώπησης σε διεθνείς οργανισμούς και Ε.Ε., διπλωματικών αποστολών, οικονομικής και νομισματικής πολιτικής, ταχυδρομεία, φυσικοί πόροι (ενέργεια κ.ά.), συγκοινωνίες, αρχαιότητες, λιμένες, αερολιμένες, βασικό οδικό δίκτυο, ζητήματα ιθαγένειας, αμνηστίας, χάρης, και άλλα ακόμα, εμπίπτουν σε Ομοσπονδιακό Επίπεδο και ανήκουν στην Ομοσπονδιακή Κυβέρνηση.
Στο Σχέδιο Ανάν 5, που αποτελεί προϊόν ολοκληρωμένης διαπραγμάτευσης, αναφέρεται ότι οι συνιστώσες πολιτείες θα ασκούν κυριαρχικά όλες τις εξουσίες τους, χωρίς επεμβάσεις από την ομοσπονδιακή κυβέρνηση.
Αντ’ αυτού, το Κοινό Ανακοινωθέν προβλέπει ότι «Οι συνιστώσες πολιτείες θα ασκούν πλήρως και οριστικά όλες τις εξουσίες τους, χωρίς επεμβάσεις από την ομοσπονδιακή κυβέρνηση». Συγκριτικά, λοιπόν, η αντικατάσταση της λέξης «κυριαρχικά» με τις λέξεις «πλήρως και οριστικά» μόνο θετικό όφελος έχει για την πλευρά μας. Το Ανώτατο Δικαστήριο, η σύνθεση του οποίου θα είναι αποτέλεσμα των διαπραγματεύσεων, θα αποτελεί το όργανο επίλυσης διαφορών μεταξύ ομοσπονδιακής κυβέρνησης και συνιστώσας πολιτείας στο θέμα των αρμοδιοτήτων.
4. Η ενωμένη κυπριακή ομοσπονδία θα προκύψει από τη διευθέτηση μετά την έγκριση της διευθέτησης σε χωριστά ταυτόχρονα δημοψηφίσματα. Το ομοσπονδιακό σύνταγμα θα ορίζει ότι η ενωμένη κυπριακή ομοσπονδία θα αποτελείται από δυο συνιστώσες πολιτείες με ισότιμο καθεστώς. Η δικοινοτική, διζωνική φύση της ομοσπονδίας και οι αρχές πάνω στις οποίες βασίζεται η Ε.Ε. θα διασφαλίζονται και θα γίνονται σεβαστές σε όλη την επικράτεια. Το ομοσπονδιακό σύνταγμα θα αποτελεί τον ανώτατο νόμο της χώρας και θα δεσμεύει όλες τις εξουσίες της ομοσπονδίας και των Αρχών των συνιστωσών πολιτειών. Η ένωση της ομοσπονδίας ή μέρους αυτής με οποιαδήποτε άλλη χώρα ή η οποιασδήποτε μορφής διχοτόμηση ή απόσχιση ή οποιαδήποτε άλλη μονομερής αλλαγή στην κατάσταση πραγμάτων θα απαγορεύεται.
Κυριαρχία και υπόσταση
Η παράγραφος αυτή είναι πολύ σημαντική, κατά την άποψή μου. Κατ' αρχάς, αντιμετωπίζεται το ζήτημα της κυριαρχίας και υπόστασης των συνιστωσών πολιτειών. Με τη φράση «η ενωμένη κυπριακή ομοσπονδία θα αποτελείται από δυο συνιστώσες πολιτείες με ισότιμο καθεστώς» και τον συνδυασμό της με την προαναφερθείσα ρήτρα «ως μέλος των Ηνωμένων Εθνών και της Ευρωπαϊκής Ένωσης» (βλέπε πρώτη παράγραφο σημείου 3 του Κοινού Ανακοινωθέντος), όπου επιβεβαιώνεται ότι δεν θα έχουμε παρθενογένεση κράτους αλλά μετεξέλιξη της ήδη υφιστάμενης κυρίαρχης Κυπριακής Δημοκρατίας, συμπεραίνουμε ότι η διευθέτηση δεν θα δώσει υπόσταση σε αναγνωρισμένο «κυρίαρχο κράτος», δηλαδή το ψευδοκράτος, αλλά αντίθετα το ίδιο το Σύνταγμα θα συστήσει εκ νέου δύο συστατικά ομόσπονδα στοιχεία.
Κατά την άποψή μου, αυτή η γραπτή αποτύπωση είναι μια νίκη της πλευράς μας σε ένα καίριο σημείο διαπραγμάτευσης για την άλλη πλευρά. Επιπλέον, η οποιαδήποτε διευθέτηση θα πρέπει να εγκριθεί σε χωριστά δημοψηφίσματα, κάτι το οποίο ίσχυσε και το 2004 με το Σχέδιο Ανάν. Καμία αρνητική συνέπεια δεν προέκυψε νομικά και πολιτικά στο θέμα της κυριαρχίας ή, διαφορετικά, από την άσκηση του δικαιώματος των Τουρκοκυπρίων να ψηφίσουν σε δημοψήφισμα τότε.
Τρίτον, το ότι η ενωμένη κυπριακή ομοσπονδία θα αποτελείται από δυο συνιστώσες πολιτείες με ισότιμο καθεστώς, αποτελεί την πεμπτουσία της ομοσπονδίας. Σε συνδυασμό με τα τρία singles, «κλειδώνει» ο ομοσπονδιακός χαρακτήρας της Ενωμένης Κύπρου.
Τέταρτον, γίνεται για πρώτη φορά αναφορά σε αρχές, πάνω στις οποίες βασίζεται η Ε.Ε., που θα διασφαλίζονται και θα γίνονται σεβαστές σε όλη την επικράτεια. Η έγνοια των Κυπρίων για κατοχύρωση των βασικών ελευθεριών και ευρωπαϊκών αρχών (μεταξύ άλλων η ελεύθερη διακίνηση πολιτών, υπηρεσιών, αγαθών και κεφαλαίου) αντιμετωπίζεται με ρητή πρόνοια για πρώτη φορά σε κοινό κείμενο των δύο πλευρών.
Πέμπτον, κατοχυρώνεται η υπεροχή του Ομοσπονδιακού Συντάγματος, αφού θα αποτελεί τον ανώτατο νόμο της χώρας και θα δεσμεύει όλες τις εξουσίες της ομοσπονδίας και των αρχών των συνιστωσών πολιτειών.
Τέλος, η απαραίτητη πρόνοια για «ένωση της ομοσπονδίας ή μέρους αυτής με οποιαδήποτε άλλη χώρα ή η οποιασδήποτε μορφής διχοτόμηση ή απόσχιση ή οποιαδήποτε άλλη μονομερής αλλαγή στην κατάσταση πραγμάτων θα απαγορεύεται» δεν είναι καινούρια, αλλά τη βρίσκει κανείς στα Ψηφίσματα 649/90, 716/91 και 750/91. Η ρητή και ξεκάθαρη αυτή πρόνοια αντιμετωπίζει τον φόβο απόσχισης συνιστώσας πολιτείας που εκφράστηκε επανειλημμένα.
Δεν έχω αναφέρει τις Συνταγματικές μεθόδους ερμηνείας στην αρχή του άρθρου αυτού τυχαία αλλά ακριβώς για να επισημάνω ότι κάθε ερμηνεία κοινού δικαίου πρέπει να γίνεται σύμφωνα με το Σύνταγμα και το κανονιστικό -ρητό- περιεχόμενό του. Αυτό άλλωστε αποτελεί νομική αναγκαιότητα που προκύπτει από την τυπική υπεροχή των συνταγματικών κανόνων. Επομένως το ερμηνευτικό φίλτρο δεν θα επιτρέψει ερμηνεία διαφορετική, διότι lex superior derogat inferior (ο υπέρτερος κανόνας υπερισχύει του υποδεέστερου), συνεπικουρούμενο από την πολιτική πραγματικότητα, δηλαδή τη συνείδηση του λαού κατά την άσκηση της συντεταγμένης (και όχι συντακτικής) του εξουσίας.
5. Οι διαπραγματεύσεις βασίζονται στην αρχή πως τίποτε δεν έχει συμφωνηθεί μέχρι να συμφωνηθούν όλα.
Η βασική αρχή, που έχει ήδη σχολιαστεί πιο πάνω, και η οποία είναι αυτονόητη κατά την άποψή μου.
6. Οι διορισμένοι εκπρόσωποι έχουν πλήρη εξουσία να συζητούν οποιοδήποτε θέμα σε οποιαδήποτε στιγμή και πρέπει να απολαμβάνουν παράλληλη πρόσβαση σε όλους τους εμπλεκόμενους φορείς και τα ενδιαφερόμενα μέρη στη διαδικασία, όταν είναι αναγκαίο. Οι ηγέτες των δύο κοινοτήτων θα συναντώνται όσο συχνά κρίνεται απαραίτητο. Διατηρούν την απόλυτη εξουσία λήψης αποφάσεων. Μόνο μια συμφωνία στην οποία θα καταλήξουν ελεύθερα οι ηγέτες μπορεί να τεθεί σε χωριστά ταυτόχρονα δημοψηφίσματα. Οποιασδήποτε μορφής επιδιαιτησία αποκλείεται.
7. Οι πλευρές θα επιδιώξουν να δημιουργήσουν θετικό κλίμα για να εξασφαλίσουν την επιτυχία των συνομιλιών. Δεσμεύονται να αποφεύγουν την απόδοση ευθυνών ή οποιαδήποτε δημόσια αρνητικά σχόλια σχετικά με τις διαπραγματεύσεις. Είναι επίσης προσηλωμένοι στις προσπάθειες να εφαρμοστούν μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης που θα παράσχουν μια δυναμική ώθηση στην προοπτική για μια ενωμένη Κύπρο.
Οι πρόνοιες αυτές δεν αφορούν το Σύνταγμα, αλλά τη διαδικασία των διαπραγματεύσεων. Σημαντικό είναι φυσικά το ότι απαγορεύεται ρητά η επιδιαιτησία σε κάθε μορφή της. Επίσης, η σημασία των μέτρων οικοδόμησης εμπιστοσύνης και η τακτική αποφυγής επιβλαβών δηλώσεων καταδεικνύουν τη σημασία που αποδίδουν οι εμπλεκόμενοι στη διαδικασία.
Περίγραμμα γενικού πολιτειακού σχεδιασμού
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΙΚΑ, αποδεικνύεται ότι ένα σημαντικό μέρος του Κοινού ανακοινωθέντος δεν είναι πρωτόγραφο, αλλά αποτελεί επανάληψη, είτε από Ψηφίσματα είτε σε μικρότερο βαθμό, από τη Συμφωνία 8ης Ιουλίου 2006. Οι βασικές παράγραφοι που είναι πρωτότυπες είναι και εξαιρετικής σημασίας, γιατί αποκρυσταλλώνουν ακριβώς το περιεχόμενο όρων που έχουν χρησιμοποιηθεί πολλές φορές στο παρελθόν. Τα πρωτόγραφα αυτά μέρη του Κοινού Ανακοινωθέντος όχι μόνο δεν αποτελούν αρνητικές εξελίξεις για την ελληνοκυπριακή πλευρά, αλλά σε πολλά σημεία αποτελούν θετική εξέλιξη.
Εν κατακλείδι, το Κοινό Ανακοινωθέν δεν αποτελεί τη λύση του κυπριακού προβλήματος, αλλά μόνο ένα περίγραμμα γενικού πολιτειακού σχεδιασμού. Από την ανάλυση που προηγήθηκε προκύπτει ότι αποτελεί για την ελληνοκυπριακή πλευρά μια θετική βάση διαπραγμάτευσης με την ευχή όλων να επιτευχθεί μια συνολική διευθέτηση του προβλήματος, μακροπρόθεσμα βιώσιμη και λειτουργική για όλον τον κυπριακό λαό.
ΤΖΩΡΤΖΙΑ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ-ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ
Δικηγόρος




