Εφόσον οι απορριπτικές πολιτικές δυνάμεις κινούνται από πολύ πριν από το δημοψήφισμα για απόρριψη του νέου σχεδίου, επιβάλλεται μια αντίστοιχη κινητοποίηση των πολιτικών δυνάμεων της επανένωσης

Ακόμα μια επέτειο περάσαμε χθες στις 24 του Απρίλη, την οποία χαρακτηρίζουμε ως θλιβερή, όσοι από εμάς αγωνιούν και επείγονται για τον τερματισμό της τωρινής κατάστασης κατοχής/διχοτόμησης, που θα οδηγήσει στον ακρωτηριασμό της Γλυκείας Χώρας των Κυπρίων, για πρώτη φορά στις χιλιετίες της ιστορίας της. Ιδιαίτερα εντείνεται η θλίψη μας, όταν βλέπουμε πως ακόμα φαίνεται να συνεχίζεται η σύγχυση που οδήγησε στη λανθασμένη ενέργεια της ελληνοκυπριακής κοινότητας, να απορρίψει την πρόταση του ΟΗΕ για επανένωση της μοιρασμένης μας πατρίδας. Δεν μας ανακουφίζει το γεγονός πως η συντριπτική πλειοψηφία της πολιτικής μας ηγεσίας τοποθετείται και ενεργεί τώρα υπέρ της επαναφοράς ενός σχεδίου επανένωσης πάνω στην ιδία βάση με την πρόταση από τον ΟΗΕ, ώστε να δοθεί η ευκαιρία στον λαό να επανορθώσει το τραγικό λάθος που διεπράχθη μέσα στη σύγχυση του 2004.

Θα μας ανακούφιζε περισσότερο, αν η πλειοψηφία της πολιτικής μας ηγεσίας (ΑΚΕΛ-ΔΗΣΥ) αξιοποιούσε την επέτειο, υποδεικνύοντας με ψυχραιμία πως το 2004 υπεστήριξαν και τα δυο μεγάλα κόμματα την ουσία της πρότασης του ΟΗΕ: Το ένα κόμμα με όρο να γίνουν μερικές απαραίτητες μικρές τροποποιήσεις και το άλλο με τη θετική ψήφο υπέρ του Σχεδίου ως είχε, στο δημοψήφισμα που ακολούθησε. Δεν είδαμε και δεν ακούσαμε στον Τύπο και τα ΜΜΕ καμιά τέτοια ανακουφιστική παρέμβαση των κομμάτων της πλειοψηφίας.

Αντίθετα, τα κόμματα της απορριπτικής μειοψηφίας εκμεταλλεύονται πλήρως και άμεσα την επέτειο, τιμώντας και πανηγυρίζοντας τη «θαρραλέα αντίσταση» της πλειοψηφίας του λαού το 2004, η οποία «διέσωσε την Κυπριακή Δημοκρατία». Και πρέπει να είμαστε αντικειμενικοί, τα δυο μεγάλα κόμματα και όσοι ψύχραιμα παρακολουθούμε τις εξελίξεις, και να τους αναγνωρίσουμε αυτήν τους την επιτυχία. Αλλά ταυτόχρονα να τους υποδείξουμε μήπως και ξανακάνουν το ίδιο λάθος, και να προβάλουμε για ενημέρωση του λαού το γεγονός πως αυτή η διάσωση έγινε με τίμημα τη θυσία της μισής σχεδόν χώρας μας, στην οποία θα συνέχιζε να εδραιώνεται η κατοχή και θα μεθοδεύεται με τα χρόνια η απόσπασή της από το σώμα και την επικράτεια της κυπριακής πατρίδας.

Δύσκολα μπορεί να αμφισβητήσει κανείς ότι αυτή η επικίνδυνη τροπή επαληθεύεται ήδη τα πρώτα δέκα χρόνια μετά δημοψήφισμα. Να υποδείξουμε και να προβάλουμε, επίσης, πως με τη λανθασμένη απόρριψη της πρότασης του ΟΗΕ το 2004, δεν διασώθηκε η Κυπριακή Δημοκρατία (που ιδρύσαμε μαζί με τους Τουρκοκύπριους και τη διεθνή κοινότητα το 1960), αλλά διασώθηκε η προσωρινή κατάσταση -που δημιούργησαν οι διακοινοτικές συγκρούσεις του 1963- και οδήγησαν στην ανάληψη της διακυβέρνησης της Κυπριακής Δημοκρατίας αποκλειστικά από την ελληνοκυπριακή κοινότητα και στην ίδρυση τουρκικού κράτους στον κυπριακό Βορρά.

Να αξιοποιήσουμε τους επετειακούς πανηγυρισμούς των απορριπτικών δυνάμεων διαφωτίζοντας αντικειμενικά και λογικά τον λαό, πως, αν θέλουμε ανατροπή της κατοχής/διχοτόμησης και επαναλειτουργία της δικοινοτικής Κυπριακής Δημοκρατίας, είναι αυτονόητο και αναπόφευκτο πως η προσωρινή διχοτομική κατάσταση που δημιουργήθηκε από τη διακοινοτική σύγκρουση θα τερματισθεί. Και φυσιολογικά ο τερματισμός συνεπάγεται και την κατάργηση της αποκλειστικά ελληνοκυπριακής διακυβέρνησης της Κυπριακής Δημοκρατίας, για να τη θα διαδεχθεί μια δικοινοτική ομοσπονδιακή δομή και λειτουργία του ενωμένου κυπριακού κράτους μας, ενώ οι δυο κοινότητες θα έχουν η καθεμία το δικό της ομόσπονδο κοινοτικό κράτος, με εσωτερικές μόνο αρμοδιότητες και εξουσίες που θα συμφωνηθούν.

Ενόψει των καλύτερων προοπτικών που όλοι μας λένε ότι διανοίγονται τώρα για τη διαμόρφωση ενός νέου σχεδίου επανένωσης, στη βάση της δικοινοτικής ομοσπονδιακής δομής, οι πιο πάνω αλήθειες και πραγματικότητες πρέπει να διαδοθούν και να εδραιωθούν ανάμεσα στον λαό. Εφόσον οι απορριπτικές πολιτικές δυνάμεις κινούνται από πολύ πριν από το δημοψήφισμα (όπως έκαναν και το 2004) για απόρριψη του νέου σχεδίου, επιβάλλεται μια αντίστοιχη κινητοποίηση των πολιτικών δυνάμεων της επανένωσης.

ΤΑΚΗΣ ΚΟΝΗΣ
Κοινωνικός ψυχολόγος