Το σημαντικότερο δώρο του Σουλτάνου είναι η δυνατότητα να διαπιστώσουμε πώς αυτό το μικρό κράτος, σε μια κρίσιμη και ταραχώδη γεωπολιτικά περιοχή, έφτασε στο σημείο να δωρίζει σκάφη σε άλλες χώρες

Πριν από λίγες ημέρες, γνωστοποιήθηκε μέσω του Τύπου η δωρεά από τον Σουλτάνο του Ομάν ενός πλοίου από τις διαθέσιμες μονάδες του ναυτικού της χώρας. Πρόκειται για το σκάφος υποστήριξης Al-Mabrukah, ναυπήγησης 1970. Το Υπουργείο Άμυνας της Δημοκρατίας καλωσόρισε την προσφορά, θέτοντας ωστόσο αστερίσκους για τις τεχνικές και οικονομικές πτυχές της, οι οποίες ενδέχεται να την καταστήσουν μη επωφελή και, συνεπώς, μη αποδεκτή. Στην πραγματικότητα, το σημαντικότερο δώρο του Σουλτάνου είναι η δυνατότητα να διαπιστώσουμε πώς αυτό το μικρό κράτος σε μια κρίσιμη και ταραχώδη γεωπολιτικά περιοχή έφτασε στο σημείο να δωρίζει σκάφη σε άλλες χώρες.

Θα επικεντρώσουμε την προσοχή μας σε τρία ζητήματα: 1) Στην αξιολόγηση βραχυπρόθεσμα της συγκεκριμένης προσφοράς 2) στις μεσοπρόθεσμες εναλλακτικές της Δημοκρατίας, λαμβάνοντας υπόψη την ανυπαρξία μέσων επιτήρησης της Κυπριακής ΑΟΖ εν μέσω οικονομικής κρίσης και διαρκούντος του νέου γύρου διαπραγματεύσεων για τη λύση του Κυπριακού και 3) στον μακροπρόθεσμο σχεδιασμό ενός μικρού παράκτιου κράτους σε μια «δύσκολη» γεωπολιτικά περιοχή.

Ας εστιάσουμε αρχικά στη συγκεκριμένη προσφορά: Πρόκειται για ένα σκάφος με υποτυπώδεις δυνατότητες, ελαφρύ εξοπλισμό και σχετικά χαμηλή ταχύτητα, σαφώς υποδεέστερο από όλες τις πιθανές διαμορφώσεις των προτεινόμενων ισραηλινών περιπολικών ανοικτής θαλάσσης, προμήθεια η οποία έχει προς το παρόν παγώσει εξαιτίας της οικονομικής κρίσης.

Γεννιέται επομένως το ερώτημα, μήπως είναι απλά περιττό το συγκεκριμένο σκάφος; Η απάντηση είναι απλή: Η Κυπριακή Δημοκρατία δεν διαθέτει την πολυτέλεια να απορρίπτει τέτοιες προσφορές. Μπορεί η Κυπριακή ΑΟΖ, με βάση το διεθνές δίκαιο, να θεωρείται κατοχυρωμένη, ωστόσο στις διεθνείς σχέσεις η επίδειξη σημαίας αποτελεί την ουσιαστική πραγμάτωση της κυριαρχίας. Συνεπώς, ακόμα και ένα παλαιό πλοίο, φέροντας τη σημαία της Κυπριακής Δημοκρατίας, ενδυναμώνει τα κυριαρχικά δικαιώματα της νήσου που απορρέουν από το διεθνές δίκαιο.

Μεσοπρόθεσμα, το ερώτημα περιπλέκεται ακόμα περισσότερο, καθώς θα πρέπει να λάβουμε υπόψη τις εν εξελίξει συνομιλίες για τη λύση του Κυπριακού, καθώς και μία εξαιρετικά δυσχερή δημοσιονομική κατάσταση, η οποία ελάχιστα περιθώρια αφήνει για αγορές ακριβών συστημάτων. Κατά συνέπεια, η παραλαβή ενός και μόνο σκάφους μπορεί να θεωρηθεί ότι δημιουργεί περισσότερα προβλήματα από αυτά που λύνει.

Από την άλλη πλευρά, όσο συνεχίζονται οι συνομιλίες, η Κύπρος θα πρέπει να λειτουργεί σαν κανονικό κράτος. Και ένα κανονικό κράτος διαθέτει τα απαραίτητα μέσα, ώστε να επιτελεί αποτελεσματικά το έργο του.

Ατυχήματα στην ΑΟΖ και ασύμμετρες απειλές, όπως η τρομοκρατία, έχουν οδηγήσει τα μεσογειακά κράτη στην ενδυνάμωση των ναυτικών τους μέσων επιτήρησης.

Η Κύπρος δεν πρέπει να αποτελεί εξαίρεση. Τουναντίον, η αυριανή ενωμένη Κύπρος οφείλει να διαθέτει μίαν αποτελεσματική ακτοφυλακή, ώστε να αποτελεί παράγοντα ασφαλείας για την Ανατολική Μεσόγειο. Και αυτό θα είναι προς όφελος όλων των Κυπρίων.

Επιπλέον, είναι προφανές ότι η ισορροπία ισχύος στην περιοχή δεν μεταβάλλεται κατ’ ελάχιστον από τέτοιες πρωτοβουλίες και συνεπώς δεν υπάρχει ο παραμικρός λόγος να επηρεαστούν οι συνομιλίες για τη λύση του Κυπριακού. Τέλος, η οικονομική κρίση δεν μπορεί να αποτελεί άλλοθι για αδράνεια. Το ταμείο εξωτερικών συνόρων της ΕΕ δύναται να καλύψει μέχρι και το 75% της δαπάνης για την ενίσχυση των μέσων επιτήρησης των κρατών μελών, ενώ η παραχώρηση πλεονάζοντος υλικού από φιλικά προσκείμενες τρίτες χώρες μπορεί να καλύψει τις επιχειρησιακές ανάγκες της Δημοκρατίας σε καιρό οικονομικής κρίσης.

Η μακροπρόθεσμη ωστόσο πτυχή της ανάλυσης είναι και η πλέον ενδιαφέρουσα. Αξίζει ένα μικρό κράτος σε μια ταραχώδη περιοχή όπως η Ανατολική Μεσόγειος να προσπαθεί να αποκτήσει αυτόνομο ρόλο στον τομέα της ασφάλειας; Την απάντηση τη δίνει το ίδιο το Σουλτανάτο. Το 2013, ο αμυντικός προϋπολογισμός του Ομάν, με πληθυσμό λίγο μεγαλύτερο των 3 εκατομμυρίων κατοίκων, αυξήθηκε κατά 39%, ξεπερνώντας τα 9 δις δολάρια. Το 2012, το Υπουργείο Άμυνας ενέκρινε ένα πρόγραμμα 700 εκατ. δολαρίων σε συνεργασία με την ST Marine της Σιγκαπούρης, για τη ναυπήγηση τεσσάρων υπερσύγχρονων περιπολικών σκαφών.

Πέρυσι, το Ομάν προχώρησε στην παραγγελία συστημάτων αεράμυνας από τη Raytheon αξίας 2 δις δολαρίων, ενώ πρόσφατα άρχισε να παραλαμβάνει και τις νέες του φρεγάτες κλάσης Khareef.

Με τις πρωτοβουλίες αυτές, ο Σουλτάνος υποστηρίζει τη δυναμική του διπλωματία με έναν αξιόλογο αμυντικό μηχανισμό. Δεν είναι τυχαίο ότι το Ομάν θεωρείται παράγοντας σταθερότητας στην αραβική χερσόνησο, προνομιακός συνομιλητής των μεγάλων δυνάμεων και έντιμος διαμεσολαβητής ανάμεσα στις ΗΠΑ και το Ιράν, με το οποίο «μοιράζεται» τα -κρίσιμα για τη μεταφορά ενεργειακών πόρων- στενά του Ορμούζ. Διαθέτει και το ίδιο αποθέματα υδρογονανθράκων, τα οποία και εξάγει μέσω των εγχώριων υποδομών που έχει αναπτύξει με διεθνή συμμετοχή. Σε αυτό το κομβικό γεωπολιτικά σημείο, αναπτύσσει μίαν αξιοθαύμαστα ισορροπημένη εξωτερική πολιτική, αποφεύγοντας να τεθεί υπό την κηδεμονία των ισχυρών δρώντων της περιοχής, της Σαουδικής Αραβίας και του Ιράν.

Τα προαναφερθέντα επιτεύγματα του Σουλτανάτου παρουσιάζουν προφανείς αναλογίες με τους διαχρονικούς στόχους για τον ρόλο που μπορεί να διαδραματίσει η Κύπρος στην Ανατολική Μεσόγειο. Το σημαντικότερο, επομένως, δώρο του Σουλτάνου δεν είναι το πλοίο που γενναιόδωρα προσέφερε, αλλά η έμπρακτη απόδειξη ότι ακόμα και ένα μικρό κράτος σε μια ευαίσθητη περιοχή μπορεί, με προσεκτικούς χειρισμούς και σωστό προγραμματισμό, να φτάσει στο σημείο όχι μόνο να παράγει, αλλά και να εξάγει, το αγαθό της ασφάλειας.

ΒΑΣΙΛΗΣ ΚΑΠΠΗΣ
Ερευνητής στο European Rim Policy and Investment Council (ERPIC)
και υποψήφιος Δρ στο Πανεπιστήμιο του Σύδνεϊ

(Οι απόψεις που εκφράζονται στο άρθρο είναι προσωπικές
και δεν αποτελούν απαραίτητα θέσεις του ERPIC)