Θα πρέπει να απαιτηθεί επιτακτικά από την Τράπεζα Κύπρου να συμψηφίσει τα δάνεια που χορηγήθηκαν με μοναδική εξασφάλιση τα αξιόγραφα, καθώς και τα δάνεια των οποίων η αποπληρωμή εξαρτάτο από τα έσοδα των αξιογράφων

Τελευταίως οι κάτοχοι αξιογράφων βρίσκονται ενώπιον ενός σοβαρού διλήμματος: να προχωρήσουν με πολιτικές αγωγές εναντίον των τραπεζών (και όχι μόνο), ή να εντείνουν τον αγώνα τους για εξωδικαστική διευθέτηση του προβλήματος. Οι υποστηρικτές της δικαστικής διαδικασίας στηρίζονται στις υποσχέσεις του Υπουργού Δικαιοσύνης, ότι με το διορισμό πέντε νέων επαρχιακών δικαστών, όλες οι υποθέσεις θα εκδικαστούν σε χρόνο ντε-τε. Επίσης δίνουν τεράστια σημασία στις υποσχέσεις του ίδιου υπουργού ότι θα υπάρχουν «ομαδοποιήσεις» υποθέσεων. Τέλος, πιστεύουν ότι δεν υπάρχει άλλη οδός, εκτός της δικαστικής, επειδή το μνημόνιο προνοεί «για αποζημίωση από το κράτος όσων, με νομικά και δικαστικά μέσα, αποδείξουν ότι εξαπατήθηκαν». Έχουν όμως και δύο επιφυλάξεις: (α) από πού θα αποζημιωθούν οι κάτοχοι αξιογράφων της Λαϊκής και (β) κατά πόσον οι κάτοχοι αξιογράφων της Λαϊκής έχουν αγώγιμο δικαίωμα και εναντίον της Τράπεζας Κύπρου.

Όσον αφορά τους υποστηρικτές της εξωδικαστικής διαδικασίας, αυτοί πιστεύουν ότι οι δίκες είναι αχρείαστες, από τη στιγμή που και οι δύο εποπτικές Αρχές -η Κεντρική Τράπεζα και η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς- εξέδωσαν πορίσματα και ανακοινώσεις (α) ότι τα αξιόγραφα, ως πολύπλοκα χρηματοοικονομικά προϊόντα, δεν έπρεπε να είχαν -κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες- πωληθεί σε ιδιώτες, και άρα ήταν παράνομα και (β) ότι όλοι οι ιδιώτες κάτοχοι αξιογράφων θεωρούνται ως εξαπατηθέντες και δεν χρειάζεται ο καθένας ξεχωριστά να αποδείξει ότι εξαπατήθηκε. Επιπλέον το προκαταρκτικό πόρισμα της Επιτροπής Θεσμών και Αξιών της Βουλής των Αντιπροσώπων ξεκάθαρα αναφέρει, σχετικά με τα αξιόγραφα, για παραπλάνηση των καταθετών πελατών των τραπεζών. Όσον αφορά τη δικαστική διαδικασία, εκφράζουν τις εξής επιφυλάξεις:

1. Τον ατέρμονα χρόνο που θα χρειαστούν οι πέντε δικαστές για να εκδικάσουν τις χιλιάδες των υποθέσεων των κατόχων αξιογράφων. Ο χρόνος αυτός υπολογίζεται γύρω στα 15 χρόνια, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι προδικαστικές ενστάσεις και οι εφέσεις των τραπεζών.

2. Την εκκρεμότητα που υπάρχει όσον αφορά την αποζημίωση των κατόχων αξιογράφων της Λαϊκής.

3. Τις επιφυλάξεις μας όσον αφορά την υπόσχεση για ομαδοποίηση των κάποιων υποθέσεων.

4. Τις δυσκολίες που θα αντιμετωπίσουν οι κάτοχοι για να περιλάβουν στα κατηγορητήρια τούς εξ Ελλάδος πρωταιτίους της κρίσης, ενόψει των προσκομμάτων που παρουσιάζονται για να παρουσιαστούν αυτοί ενώπιον των κυπριακών δικαστηρίων.

5. Τη διχογνωμία που παρατηρείται μεταξύ των δικηγόρων κατά πόσον οι κάτοχοι αξιογράφων της Λαϊκής μπορούν να περιλάβουν στο κατηγορητήριο και την Τράπεζα Κύπρου, ως διάδοχο της Λαϊκής.

6. Ειδικότερα όσον αφορά τους κατόχους της Λαϊκής που συνήψαν δάνεια ενεχυριάζοντας τα αξιόγραφά τους, αυτοί αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα αφού τα δάνειά τους μεταφέρθηκαν στην Τράπεζα Κύπρου ενώ τα αξιόγραφά τους παρέμειναν στη Λαϊκή.

7. Τα τεράστια δικαστικά και δικηγορικά έξοδα που θα επωμιστούν οι κάτοχοι που θα επιλέξουν τη δικαστική διαδικασία. Και τα έξοδα αυτά θα πολλαπλασιαστούν σε περίπτωση που δεν θα δικαιωθούν, οπότε θα έχουν να καταβάλουν και τα δικηγορικά έξοδα των τραπεζών και των μαρτύρων-εμπειρογνωμόνων, τους οποίους οι τράπεζες σίγουρα θα καλέσουν από το εξωτερικό.

Ενόψει των πιο πάνω κρίνεται ως σοφή η απόφαση που πήρε η Έκτακτη Γενική Συνέλευση του Συνδέσμου Κατόχων Τραπεζικών Αξιογράφων, να παράσχει κάθε βοήθεια και συμπαράσταση σε όσους επιλέξουν τη δικαστική οδό, και παράλληλα να συνεχιστεί και να εντατικοποιηθεί ο αγώνας για εξωδικαστική λύση του προβλήματος, σε χρόνο και με όρους που να μη συγκρούονται με το Μνημόνιο, και χωρίς να επιβαρύνεται ο Κύπριος φορολογούμενος.

Ταυτόχρονα, θα πρέπει να απαιτηθεί επιτακτικά από την Τράπεζα Κύπρου να συμψηφίσει τα δάνεια που χορηγήθηκαν με μοναδική εξασφάλιση τα αξιόγραφα, καθώς και τα δάνεια των οποίων η αποπληρωμή εξαρτάτο από τα έσοδα των αξιογράφων. Επειδή, δε, διάγουμε προεκλογική περίοδο, δεν θα πρέπει να αρκεστούμε σε κούφιες υποσχέσεις. Αντίθετα, θα πρέπει να απαιτήσουμε γραπτές και ανέκκλητες διαβεβαιώσεις για τις λύσεις που θα μας υποσχεθούν.

ΚΩΣΤΑΚΗΣ ΚΩΝΤΣΑΝΤΙΝΙΔΗΣ