Καιρός για τροποποίηση της σχετικής νομοθεσίας υπέρ των δεινοπαθούντων πολιτών. Δεν συμφωνείτε;
Στην αρχή βασίλευε το χάος! Και μετά ήλθαν οι λογιστές, που συγύρισαν τα πάντα μέσα σε μεγάλα δευτέρια, πράγμα που διευκόλυνε τους εκάστοτε κυβερνώντες να επιβάλλουν ολοένα βαρύτερες φορολογίες, βασιζόμενες σε πολύπλοκους υπολογισμούς που μόνον οι λογιστές καταλάβαιναν. Όχι ο απλός κόσμος. Αυτός δούλευε για να παράγει χρήμα, σεβαστό μέρος του οποίου κατέληγε στα δημόσια ταμεία, ως φόροι.
Τα τελευταία χρόνια, όλοι οι επιστήμονες και άλλοι επαγγελματίες, που κατά καιρούς κρατούσαν τα διάφορα πόστα στην κοινωνία, υποχώρησαν κι άνοιξαν δρόμο στους λογιστές, τόσο στον ιδιωτικό όσο και στον δημόσιο τομέα: Λογιστές, ελεγκτές, αυτοεργοδοτούμενοι και μη, πρόεδροι ή διοικητικοί σύμβουλοι, εκτελεστικοί ή μη υπάλληλοι εταιρειών, εκτελεστικοί γενικοί διευθυντές τραπεζών, χρυσά αγόρια (golden boys) και ασημένια, με παχυλούς μισθούς και πλουσιοπάροχα «μπόνους», δημόσιοι ή ιδιωτικοί υπάλληλοι, υπάλληλοι ημικρατικών οργανισμών και άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, στελέχη επιχειρήσεων, υπουργοί, βουλευτές… όπου γυρίσεις, βλέπεις πλέον λογιστές. Κι όχι μόνο στην Κύπρο, αλλά σ’ ολόκληρη την Ευρώπη, στην Τρόικα, στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και διεθνώς.
Όχι πως τούτο είναι απαραιτήτως κακό. Απλώς, μια διαπίστωση κάνω από τη δική μου σκοπιά. Αλλά, ας πάμε απ’ την αρχή: Κύπρος, τέλος του 19ου και αρχές του 20ού αιώνα. Λογιστές δεν υπήρχαν ακόμη. Στη θέση τους ήταν οι γραμματικοί που τηρούσαν τα βιβλία, στην πραγματικότητα τετράδια, κυρίως των εμπόρων.
Οι άλλοι αυτοεργοδοτούμενοι, όπως οι μπακάληδες, τηρούσαν οι ίδιοι τα δικά τους τετράδια ή «δευτέρκα», εξ ου και ο λαϊκός όρος «μπακαλοδεύτερα».
Σιγά-σιγά, με την αύξηση των συναλλαγών και την άνοδο του βιοτικού επιπέδου του κυπριακού λαού, αλλά και με την αντίστοιχη σταδιακή αύξηση και πολυπλοκότητα της φορολογίας, εμφανίσθηκαν άτομα που είχαν εκπαιδευθεί στην «τήρηση βιβλίων» (bookkeeping) και, αργότερα, στην λογιστική, τα οποία, με την πάροδο του χρόνου αποτέλεσαν την επαγγελματική τάξη των λογιστών.
Από την άλλη, το κράτος, μεγαλώνοντας κι απλώνοντας τα πλοκάμια του για να καλύψει, στην ουσία να ελέγξει, όσο το δυνατόν περισσότερες δραστηριότητες των πολιτών του, μετατράπηκε σ’ έναν υδροκέφαλο οργανισμό, που στελεχωνόταν διαρκώς με περισσότερους υπαλλήλους, τους οποίους, για να πληρώνει, επέβαλλε συνεχώς στους πολίτες περισσότερους φόρους.
Ακολούθησε, κυρίως κατά τη διάρκεια της τελευταίας τεσσαρακονταετίας, η κάθοδος στην Κύπρο διαφόρων πολυεθνικών γραφείων λογιστών, που συνεταιρίσθηκαν με ντόπιους λογιστές. Ως συμπαγής πλέον επαγγελματική τάξη, οι λογιστές άρχισαν ν’ αποκτούν κύρος και ν’ ανεβαίνουν με ταχύ ρυθμό τις βαθμίδες της κοινωνικής κλίμακας. Εκεί που προηγουμένως έστεκαν μόνον επιστήμονες, έμποροι και επιχειρηματίες, τώρα βρίσκονταν και λογιστές.
Εκεί όμως που απογειώθηκαν οι λογιστές, ήταν, αφενός, μετά την εισαγωγή νομοθετικής υποχρέωσης για επιχειρήσεις, με ετήσιο κύκλο εργασιών άνω των €70.000, να υποβάλλουν ελεγμένους λογαριασμούς για σκοπούς φορολογίας και, αφετέρου, με την αύξηση της εγγραφής στην Κύπρο, σε συνεργασία με δικηγόρους, υπεράκτιων εταιρειών (off-shore companies), κυρίως ναυτιλιακών, καθώς και με τη νομοθετική εισαγωγή του Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (Φ.Π.Α.), οπόταν κατέστη πλέον αναγκαία η εξασφάλιση των υπηρεσιών εγκεκριμένων λογιστών-ελεγκτών. Αποκορύφωμα υπήρξε η δημιουργία, πάλι με τη συνεργασία δικηγόρων, των λεγόμενων «εμπιστευμάτων», ντόπιων ή διεθνών, ας είναι καλά οι φίλοι μας οι Ρώσοι. Κι έτσι, φθάσαμε αισίως στον χρυσό αιώνα των λογιστών. Σήμερα, πόσες τράπεζες, πόσες εταιρείες και πόσοι ελεύθεροι επαγγελματίες μπορούν να δραστηριοποιούνται χωρίς λογιστές, εσωτερικούς ή εξωτερικούς; Πόσοι μπορούν να τα βγάλουν πέρα με τις φορολογικές τους υποχρεώσεις, χωρίς βιβλία και λογαριασμούς ελεγμένους από λογιστές-ελεγκτές; Άλλωστε, τούτο είναι και νομοθετικώς υποχρεωτικό για επιχειρήσεις με ετήσιο κύκλο εργασιών άνω των €70.000.
Ας το πάρουμε απόφαση: Οι λογιστές μάς έγιναν πλέον απαραίτητοι. Από τα μπακαλοδεύτερα του παρελθόντος, περάσαμε στα ελεγμένα βιβλία του παρόντος, με αυξημένο για την τσέπη μας κόστος και με ό,τι άλλο συνεπάγεται η μετάβαση από τα πρώτα στα δεύτερα. Εκτός κι αν η Κυβέρνηση και οι βουλευτές μας αποφασίσουν να εισαγάγουν νομοθετικώς ένα νέο φορολογικό σύστημα, απλούστερο (απαλλαγμένο από γραφειοκρατικές αγκυλώσεις), ενοποιημένο (ο φόρος εισοδήματος να ενωθεί κατάλληλα με τον Φ.Π.Α., με την εισφορά για την άμυνα και άλλους φόρους) και δικαιότερο (όλοι οι πολίτες να έχουν φορολογικό φάκελο και να υποβάλλουν απλές φορολογικές δηλώσεις), ώστε, αφενός, να ξαλαφρώσουν όσοι πολίτες έχουν τώρα φορολογικό φάκελο και, αφετέρου, όλοι μας να απαλλαγούμε από την υποχρέωση τήρησης τόσο πολλών βιβλίων και πολύπλοκων λογαριασμών, για να μην έχουμε πλέον ανάγκη από ολόκληρο το διαρκώς διογκούμενο φάσμα υπηρεσιών των συμπαθεστάτων κατά τ’ άλλα λογιστών.
Δεδομένου, μάλιστα, ότι περνούμε τη χειρότερη οικονομική ύφεση που πέρασε ο τόπος μας, ίσως τώρα να είναι η καλύτερη ευκαιρία για αναθεώρηση του φορολογικού μας συστήματος, με στόχο, μεταξύ άλλων, τη μείωση των φόρων, έτσι ώστε να προετοιμάσουμε το έδαφος για οικονομική ανάπτυξη. Απλούστερο, λοιπόν, ενοποιημένο, δικαιότερο και φιλικό προς τον χρήστη (user-friendly) φορολογικό σύστημα, με λιγότερα λογιστικά βιβλία, πράγμα που άλλωστε συνάδει και με τις αρχές «καλύτερης ή έξυπνης νομοθετικής ρύθμισης» (better or smart regulation), κατά την ευρωπαϊκή επιταγή της Λισαβόνας, ώστε να περιορισθεί η γραφειοκρατία και να ελαττωθεί το κόστος των επιχειρήσεων, με την προοπτική να υπάρξει περισσότερος δυναμισμός στην οικονομία. Καιρός για τροποποίηση της σχετικής νομοθεσίας υπέρ των δεινοπαθούντων πολιτών. Δεν συμφωνείτε;
ΚΛΑΙΛΙΑ ΤΟΜΠΟΛΗ ΘΕΟΔΟΥΛΟΥ
Δικηγόρος, τέως Εισαγγελέας της Δημοκρατίας




